Το γραψιμο ειναι η καλυτερη μορφη επικοινωνιας μετα τον ερωτα

σκεψεις, συνεντευξεις και κειμενα

Wednesday, October 03, 2007

ΔΙΗΓΗΜΑ 2 .

ΤΟ ΑΒΓΟ
(Η συνέχεια και το τέλος)

...η μικρή εκτινάσσεται στον καναπέ, κάνει δυο τρία πετάγματα μέχρι που ακινητοποιείται εντελώς ξαπλωμένη στο δεξί πλάι, το στόμα ορθάνοιχτο σε μια άφωνη κραυγή, τα μάτια γουρλωμένα, ούτε ανάσα. Ήταν ένα Σάββατο έξι Ιουνίου και τα γιασεμιά είχαν φτάσει τα κλαδιά τους μέχρι την μπαλκονόπορτα, έμπαιναν μέσα, θαρρείς ήθελαν να τους πνίξουν. Ησυχία.

Οι ξαφνικοί λυγμοί της δεν έφεραν αποτέλεσμα. Άλλωστε κανείς ποτέ δεν είχε συνέλθει με το κλάμα ενός άλλου. Βοήθησαν όμως να καταφτάσει κατατρομαγμένη, λέει, η θεία Καλλιρρόη, αλλιώς η μικρούλα με την κομμένη ανάσα της θα είχε πετάξει για κείνον τον άλλο κόσμο και ποτέ μα ποτέ δεν θα γευόταν μια μπουκιά φρέσκο αβγό.

Η θεία Καλλιρρόη την αγκάλιασε, την έσφιξε, την τίναξε προς τα εμπρός, την πίεσε στο στήθος μια και δυο και τρεις φορές και η μικρή με μια κραυγή γύρισε πίσω.

Την επομένη η μητέρα δέχτηκε την πρόταση του αβγουλά για μια βόλτα με το λευκό βόλβο μέχρι τη θάλασσα κι ύστερα στον κήπο του σπιτιού του που ασφυκτιούσε στην κυριολεξία απ’ τα γιασεμιά. Αλλά ο αβγουλάς, -ω, τι ατυχία!- είχε το ίδιο ελάττωμα με τον άντρα της. Έπινε πολύ και τα βράδια έπεφτε στο κρεβάτι του ξερός για ύπνο. Ευτυχώς δεν είχε έλλειψη από άντρες η γειτονιά. Ο κρεοπώλης ήταν τόσο πρόθυμος που ξεχάστηκε αμέσως ο αβγουλάς. Κι ύστερα πώς μπορούσε να κάνει πως δεν έβλεπε το λίγωμα του φούρναρη όταν αγόραζε εκείνα τα μικρά παξιμαδάκια διαίτης με τον γλυκάνισο. Ήταν κι ο λογιστής που έμενε απέναντι και συμπλήρωνε νύχτα τις φορολογικές δηλώσεις. Κι ο αστυφύλακας που επέτρεπε σ’ αυτήν και μόνο σ’ αυτήν να διαταράσσει την κοινή ησυχία με τα τραγούδια της μέρα μεσημέρι. Και κάποιοι άλλοι, που να τους θυμάται κανείς, είχαν τελείως διαφορετικά κουσούρια, αλλά δεν έβαζαν στο στόμα τους ποτό. Αβγό δεν ξαναπροσπάθησε να ταΐσει την κόρη της, κι έτσι η μικρή δεν γνώρισε τη γεύση του, αυτό όμως δεν είχε και τόσο μεγάλη σημασία στη ζωή της. Πιο σημαντικό ήταν που όταν μεγάλωσε, δεν κατάφερε να μάθει ποδήλατο! Η παρεγκεφαλίδα, λέει, την έκανε να χάνει την ισορροπία της, ούτε να περπατήσει κατόρθωσε ποτέ σε μιαν ευθεία γραμμή, πήγαινε από τη μια πλευρά του δρόμου στην άλλη, νόμιζες ήταν μεθυσμένη, ακόμη κι όταν δεν ήταν. Ούτε μπόρεσε ποτέ να χαρεί τη θάλασσα που τόσο λάτρευε, με τον παραμικρό κυματισμό έχανε τον προσανατολισμό της και βυθιζόταν στο νερό ψάχνοντας τον ήλιο στην άμμο. Κι ούτε παντρεύτηκε ποτέ, δεν ήθελε να την αγγίξει άντρας, της κοβόταν αυτόματα η αναπνοή. Στα πενήντα πέντε της, δηλαδή τώρα, χρησιμοποιούσε ήδη μπαστούνι. Με βαριά ασημένια λαβή που τη διακοσμούσε ένα γυρισμένο, σαν κάτι ν’ αποστρεφόταν, μουσούδι δράκου από ελεφαντόδοντο, που είχε στο στόμα του καρφωμένο ένα μικρό αβγό.

Η μητέρα περίμενε ακόμη με το στόμα άπληστα ανοιχτό, λίγο σάλιο φάνηκε στην άκρη του, έσταξε στη χάρτινη πετσέτα που ήταν ακουμπισμένη στα γόνατά της. Η κόρη απόστρεψε επιτέλους το βλέμμα της απ’ το μικρό ημερολόγιο του τοίχου και μάζεψε μ’ ένα βρεγμένο χαρτί το χυμένο αβγό απ’ το λινό καρό τραπεζομάντιλο. Ύστερα βύθισε ξανά το κουτάλι στο αβγό κι έβγαλε ακόμη μια μπουκιά. Οι σκέψεις την ταλάνιζαν όλη την ώρα ασφυκτικά. Το βλέμμα της έπεσε στο μπαστούνι της, ύστερα στη βαριά ασημένια λαβή με το ελεφαντόδοντο. Ήταν στερεωμένο στην άκρη του τραπεζιού, δυο βήματα μακριά της. Και πώς της πέρασε μια ιδέα απ’ το νου, αν είναι δυνατόν μετά από τόσα χρόνια, να το ‘πιανε λέει τώρα στα χέρια της και... Ω, τι σκέψη! Έκανε ν’ ανασηκωθεί κρατώντας την κουταλιά μετέωρη στον αέρα και κοιτάζοντας τη μητέρα βαθιά στα μάτια. Δεν είδε δάκρυα, δεν είδε τίποτ’ άλλο, δεν υπήρχε άλλη εικόνα, μόνο η ίριδα και το ασπράδι του ματιού γαλανό απ’ τα χρόνια με τις μικρές κόκκινες φλέβες να στέκει ακίνητο σαν παγωμένο κι όμως τόσο ζωντανό, γεμάτο ολόχαρη λαχτάρα για τη μικρή μπουκιά του καθημερινού αβγού. Η κόρη κατάπιε έναν κόμπο στον λαιμό της και σήκωσε με δύναμη το χέρι της που κρατούσε το κουτάλι.

Ύστερα, έβαλε μέσα στο ορθάνοιχτο σαν σπήλαιο στόμα μαλακά το αβγό.

Και πώς τους φάνηκε έτσι ξαφνικά και των δυο τους, καθώς κοιτάζονταν βαθιά στα μάτια, ότι το δωμάτιο -εντελώς απότομα- σα να πλημμύρισε ένα άρωμα, λέει, από χιλιάδες γιασεμιά. Που τους τριγύριζε και τους στροβίλιζε σ’ έναν άχρονο χρόνο χωρίς εικόνες, χωρίς σκέψη, μόνο με μια λαχτάρα για μελάτο αβγό. Που επιτέλους το μοιράστηκαν! Με την ίδια λαιμαργία -μια μπουκιά εσύ μια εγώ- λες κι έκρυβε αυτή η μαλακιά κι αφράτη γεύση την ίδια τη ζωή. Κι ένιωσαν για πρώτη φορά τόσο, μα τόσο πολύ κι οι δυο τους αναπάντεχα ευτυχισμένες!

4 comments:

Σπύρος Σεραφείμ said...

απίστευτες εικόνες, Λεία...

καλημέρα

Pellegrina said...

Κυρία Βιτάλη, π ο λ ύ δ υ ν α τ ό.

Λεία Βιτάλη said...

σπύρο καλημέρα. Χαίρομαι που σε άγγιξε παρόλο που αφορά μητέρα και κόρη.

Λεία Βιτάλη said...

pellegrina.
Καλώς την φίλη. Σ' ευχαριστώ πολύ.