Το γραψιμο ειναι η καλυτερη μορφη επικοινωνιας μετα τον ερωτα

σκεψεις, συνεντευξεις και κειμενα

Tuesday, March 06, 2007

blog-έρως ανάγνωσης

Σελίδες από βιβλία που διάβασα και ξεχώρισα.

«… Σ' ένα κρεμαστάρι στερεωμένο στην πόρτα του κελα­ριού υπήρχε μια τσάντα για ψώνια, φτιαγμένη από ζωη­ρόχρωμο σπάγκο. Μέσα στην τσάντα υπήρχαν δυο μή­λα και δυο πορτοκάλια. 'Έσπρωξα την τσάντα με το δά­χτυλό μου και την έκανα να αιωρηθεί σαν εκκρεμές. Κινιόταν πιο ελεύθερα από τη μια κατεύθυνση παρά από την άλλη, και χρειάστηκα ένα διάστημα για ν' ανα­καλύψω ότι αυτό οφειλόταν στο σχήμα των λαβών της τσάντας. Δίχως να σκεφτώ, άνοιξα την πόρτα του κελα­ριού, άναψα το φως καί κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά.
Το φτυάρι ήταν στο κέντρο ενός μεγάλου, στρογγυ­λού λεκέ από ξερό τσιμέντο. Μου θύμισε το δείκτη ενός μεγάλου σπασμένου ρολογιού. Προσπάθησα να θυ­μηθώ ποιος από μας το είχε χρησιμοποιήσει τελευταίος, άλλά τώρα δε θυμόμουν καθαρά τη σειρά των γεγονό­των. Το σήκωσα, και το σκέπασμα του μπαούλου ήταν ανοιχτό, όπως το είχαμε αφήσει. Αυτό το θυμόμουν. Πέρασα το χέρι μου πάνω στο τσιμέντο που γέμιζε το μπαούλο. Ήταν πολύ ανοιχτό γκρίζο και ζεστό στην αφή. Μια λεπτή σκόνη έμεινε στο χέρι μου. Παρατήρη­σα ότι διαγώνια στην επιφάνεια υπήρχε μια ρωγμή λε­πτή σαν τρίχα, που έκανε διχάλα στην άκρη. Γονάτισα και πλησίασα τη μύτη μου και μύρισα. Υπήρχε μια πο­λύ σαφής γλυκιά μυρωδιά, άλλά όταν σηκώθηκα πάλι, κατάλαβα ότι είχα μυρίσει το φαγητό που έβραζε πάνω. Κάθισα σ' ένα σκαμνί κοντά στο μπαούλο και σκέφτη­κα τη μητέρα μου. Προσπάθησα με όλη μου τη δύναμη να σχηματίσω μια εικόνα του προσώπου της στο μυαλό μου. Είχα το ωοειδές περίγραμμα ενός προσώπου, αλλά τα χαρακτηριστικά μέσα σ' αυτό το σχήμα δεν εννοού­σαν να μείνουν ακίνητα, ή έλιωναν το ένα μέσα στ' άλ­λο και το ωοειδές σχήμα μετατρεπόταν σε γλόμπο. Όταν έκλεινα τα μάτια μου, έβλεπα στ' αλήθεια ένα γλόμπο. Μια φορά, τό πρόσωπο της μητέρας μου εμφα­νίστηκε για μια στιγμή, πλαισιωμένο από το ωοειδές σχήμα και χαμογελώντας αφύσικα, όπως έκανε όταν πόζαρε για φωτογραφίες. Έφτιαξα φράσεις και προσπάθη­σα να την κάνω να τις πει. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσα να τη φανταστώ να λέει. Τα πιο άπλά πράγματα όπως: «Δώσε μου αυτό το βιβλίο» ή «Καλη­νύχτα», δεν έμοιαζαν με πράγματα που θα έλεγε. Ήταν η φωνή της χαμηλή ή ψιλή; Είχε αστειευτεί ποτέ; Ήταν λιγότερο από ένα μήνα πεθαμένη και ήταν στο μπαούλο δίπλα μου. Ακόμα κι αυτό δεν ήταν σίγουρο. Ήθελα να την ξεθάψω και να δω.
Πέρασα το νύχι μου πάνω από τη λεπτή ρωγμή. Δε θυμόμουν καθόλου τώρα γιατί είχαμε αποφασίσει να τη βάλουμε στο μπαούλο. Εκείνη τη στιγμή είχε φανεί απλό, για να κρατήσουμε την οικογένεια ενωμένη. Ήταν καλός λόγος αυτός; Ίσως να ήταν πιο ενδιαφέ­ρον να χωρίσουμε. Ούτε μπορούσα να σκεφτώ αν αυτό που είχαμε κάνει ήταν κάτι το συνηθισμένο, κατανοητό, ακόμα κι αν ήταν σφάλμα, ή κάτι τόσο αλλόκοτο που, αν ποτέ το ανακάλυπταν, θα το έγραφαν με πελώριους τίτλους σε όλες τις εφημερίδες της χώρας. Ή τίποτα απ' όλα αυτά, κάτι που θα μπορούσες να διαβάσεις κά­τω κάτω στην τοπική εφημερίδα και να μην το ξανα­σκεφτείς. Ακριβώς όπως και η εικόνα του προσώπου της που σχημάτιζα, ή κάθε σκέψη που έκανα, διαλυόταν στο τίποτα.
Η αδυναμία να ξέρω η να νιώθω οτιδήποτε με σιγου­ριά, μου έδινε μια ισχυρή παρόρμηση να αυνανιστώ. Έβαλα τα χέρια μου μέσα στο παντελόνι μου, και κα­θώς κοίταξα προς τα κάτω ανάμεσα στα πόδια μου, είδα κάτι κόκκινο. Πήδηξα όρθιος, κατάπληκτος. Το σκαμνί που καθόμουν ήταν κατακόκκινο. Το είχε βάψει πριν από πολύ καιρό ο πατέρας μου και το βάζαμε στο λου­τρό, στο κάτω πάτωμα. Η Τζούλι ή η Σου θα πρέπει να το είχαν κατεβάσει κάτω για να κάθονται κοντά στο μπαούλο. Αντί αυτό να με παρηγορήσει, με τρόμαξε. Δε μιλούσαμε καθόλου ο ένας στον άλλο για τη μητέ­ρα. Ήταν το μυστικό του καθενός μας. Ακόμα κι ο Τομ σπάνια την ανέφερε, και μόνο καμιά φορά τη φώ­ναζε όταν έκλαιγε τώρα πια ...»

(σελίδες 89-90)

Ίαν Μακ Γιούαν
Ο ΤΣΙΜΕΝΤΟΚΗΠΟΣ
Μετάφραση Ρένα Χάτχουτ
Εκδόσεις Γράμματα (1982)

Σε μόλις 143 σελίδες ο ψαγμένος και βραβευμένος με booker συγγραφέας του «Άμστερνταμ», της «Εξιλέωσης» και του «Σαββάτου» ξεδιπλώνει το απόλυτο κακό με την αφέλεια του ήρωά του, ενός δεκατετράχρονου έφηβου. Με μια αφοπλιστική πρωτοπρόσωπη αφήγηση και με μια ωμή, κοφτερή και γλαφυρή γλώσσα περιγράφει τις ταραγμένες ημέρες μιας οικογένειας σε μια εγγλέζικη επαρχία (γραμμένο το 1978) σαν άριστος γνώστης της αντίστοιχης ηλικιακής ψυχοσύνθεσης. Σχέσεις οργισμένες, παράνομες, αιμομεικτικές και απόκρυφες ανάμεσα στα τέσσερα παιδιά της οικογένειας αραδιάζονται χωρίς αιδώ στα μάτια του αναγνώστη και απειλούν τις ψυχικές του ισορροπίες και τα ταμπού. Το κείμενο του Μακ Γιούαν δαγκώνει. Όταν μιλάει για το θάνατο του πατέρα ή της μητέρας. Όταν συγκρούεται ο βέβαιος εγκλεισμός σε ίδρυμα των ορφανών τσογλαναράδων με τις κληροδοτημένες προσταγές της θανούσης μητέρας να κάνουν τα αδύνατα δυνατά να παραμείνουν ενωμένοι σαν οικογένεια. Είναι η στιγμή που ο καθηλωμένος αναγνώστης δεν πιστεύει αυτό που διαβάζει. Το βδελυρό θάψιμο της νεκρής μητέρας μέσα σε ένα μπαούλο και την τσιμέντωσή της. Τα τρομαγμένα παιδιά έχουν τη λύση που θα τους σώσει από το ορφανοτροφείο. Δεν δηλώνουν τον θάνατό της. Και τη γλιτώνουν ζώντας μ’ ένα πτώμα στο υπόγειο και με το βραχνά της επιβίωσης από δω και μπρος. Ο Μακ Γιούαν έχει τον απόλυτο έλεγχο του υλικού του. Βουτάει στα βαθιά χωρίς να φοβάται και προχωρά στην περιγραφή μιας βασανιστικής ενηλικίωσης μέσα από τα τραύματα της παιδικής ηλικίας και τις αντιξοότητες της ζωής εκεί έξω. Δεν αποκαλύπτω το τέλος. Αλλά και δεν έχει σημασία το τέλος παρόλο που ακολουθείται ενίοτε η δομή του θρίλερ. Τη γοητεία την έχει το ίδιο το ταξίδι στη γραφή του άγγλου.


Το βιβλίο νομίζω έχει εξαντληθεί στην ελληνική του έκδοση. Μου το εμπιστεύτηκε (δανεικό) ένας επίσης μανιώδης φίλος της ανάγνωσης που γνώρισα πρόσφατα και τον ευχαριστώ.



8 comments:

ioeu said...

ξεδιπλώνει το απόλυτο κακό με την αφέλεια του ήρωά του, ενός δεκατετράχρονου έφηβου. Με μια αφοπλιστική πρωτοπρόσωπη αφήγηση και με μια ωμή, κοφτερή και γλαφυρή γλώσσα περιγράφει τις ταραγμένες ημέρες μιας οικογένειας...

κάτι μου θυμίζει, κάτι μου θυμίζει...

Λεία Βιτάλη said...

Θεέ μου Γιάννη, καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις. Όμως είναι ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο. Ή μήπως δεν είναι; Το ένιωσα παρα πολύ δικό μου. Τι διάβασα πριν 2 μήνες.

ioeu said...

Εκλεκτικές συγγένειες, Λεία.
Διαβάζουμε και αγαπάμε αυτό που είμαστε...

Λεία Βιτάλη said...

Όμοιος ομοίω αεί πελάζειν! Ω, Ιωάννη.

ange-ta said...

Καλημέρα Λεία,
Σήμερα είναι η μέρα μας!
Ζήτω στην Υπατία, στην Ρόζα Λούξεμβουργκ, στην Αρουντάτι Ρόϋ, στις μεγάλες γυναίκες που ήταν πάντα στη σκιά ενός άνδρα, που εκμεταλλεύτηκε το ταλέντο της, ζήτω στις μάγισσες που κάηκαν, ζήτω στις ιέρειες, ζήτω και σε όλες τις δυστυχισμένες υπάρξεις του τρίτου κόσμου, ζήτω στην Κλυταιμνήστρα

Λεία Βιτάλη said...

Ζήτω και σε σένα ange-ta Σίγουρα πίσω από κάθε μεγάλο άντρα κρύβεται μια γυναίκα αλλά και τούμπαλιν νομίζω. Να είμαστε καλά.

alef said...

Σίγουρα πίσω από κάθε μεγάλο άντρα κρύβεται μια γυναίκα, αλλά εκείνο το τούμπαλιν, ας μου επιτραπεί να το αμφισβητώ. Μια ματιά γύρω θα σας πείσει ότι πίσω από κάθε μεγάλη γυναίκα κρύβεται συνήθως η μοναξιά (έστω και μ' έναν ανώδυνο άντρα). Βεβαίως, εκείνο που μετρά είναι να είμαστε καλά.

Λεία Βιτάλη said...

Αγαπημένο μου alef,
κανείς δεν γλιτώνει από τη μοναξιά. Το ξέρεις βέβαια αυτό. Και πολλές φορές αναρωτιέμαι μήπως αυτό που λες "ανώδυνος άντρας" δεν είναι τελικά παρά μια επιλογή, που βοηθά στη συναισθηματική ισορροπία όταν η γυναίκα βαδίζει ολοταχώς. Λέω τώρα,ε;