(Συνέχεια από το προηγούμενο)
Τρέχω λοιπόν και βγάζω το ρολό τουαλέτας απ’ το γάντζο και ξεκολλάω με μια κίνηση —πού βρήκα τέτοια δύναμη — το γάντζο απ’ τον τοίχο. Έπρεπε να βιαστώ για να μην αρχίσουν ν’ ανησυχούν και με ψάχνουν. Με το γάντζο, που ήταν σιδερένιος, τρέχω ξανά στον καθρέφτη. Δεν διστάζω ούτε λεπτό. Σπάω αμέσως μια τριγωνική άκρη του κι έχω στα χέρια μου ένα μικρό, αιχμηρό αντικείμενο κατάλληλο για το σκοπό μου. Δεν είχα λόγο να κάνω τη γρατσουνιά στο πρόσωπο. Άπλωσα το χέρι και ξεκούμπωσα το μανίκι του ολόλευκου, καλοσιδερωμένου μου πουκάμισου. Ψηλά στον καρπό ήταν η καλύτερη θέση, δεν μπορούσα άλλο να το καθυστερώ, χρατς...
Σε όποιον και να το πω δεν θα με πιστεύει. Πονούσε στον καρπό μου η πληγή, έχασκε ανοιχτή μπροστά στα μάτια μου αλλά δεν έσταζε καθόλου αίμα. Δεν υπήρχε αίμα!
Το λόγο του καθηγητή της Ψυχιατρικής ακολούθησαν παρατεταμένα χειροκροτήματα. Οι πωλητές χαίρονταν πάρα πολύ γιατί, αν ο ίδιος ο καθηγητής συνταγογραφούσε το νέο μας φάρμακο για την κατάθλιψη, τότε όλοι σι γιατροί αυτής της ειδικότητας θα το έγραφαν. Η αλήθεια είναι ότι ο κύριος καθηγητής είχε πολύ υψηλή ταρίφα. Είχα όμως απ’ την εταιρεία την ελευθερία να χειριστώ το ζήτημα. Και αυτό είχα ήδη κάνει.
Το Πρώτο πιάτο ήταν, όπως συνηθίζεται, καπνιστός σολομός. Θα προτιμούσα κάτι πιο πρωτότυπο, αλλά ευτυχώς δεν ήταν καλεσμένοι οι ξένοι τώρα το μεσημέρι. Για το βράδυ είχα την ελπίδα ότι θα παρουσίαζαν κάτι εκλεκτότερο. Έπρεπε να κάνω παρατήρηση στον αρμόδιο του τμήματος των δημοσίων σχέσεων της εταιρείας, αλλά ήξερα ότι αυτός θα τα φόρτωνε στην υπεύθυνη των συνεδρίων και ούτω καθεξής, δεν βρίσκεις άκρη σ’ αυτά τα πράγματα.
Απ’ ό,τι έβλεπα, κανείς δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη για φαγητό, περιμένοντας το βαρύ πυροβολικό των ξένων το απόγευμα. Καταλάβαινα στα βλέμματά τους ένα ελαφρό, ανεπαίσθητο μούδιασμα. Αντίθετα, εγώ ένιωθα άνετος ως προς αυτό, γιατί ήξερα την απόφασή τους σε σχέση με τη δική μου θέση, αν και δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος, τα συμφέροντα μεταβάλλονται γρήγορα...
Έκοψα μια μπουκιά σολομό και την έβαλα στο στόμα μου. Η γεύση δεν ήταν κακή, λιγάκι λεμόνι είχε περισσότερο. Την κατάπια βιαστικά, πάντα μ’ ενοχλούσε το λίγο παραπάνω ξινό. Όμως η μπουκιά δεν κατέβαινε. Και δεν ήμουν καθόλου σίγουρος ότι έφταιγε το λεμόνι. Είχε σταθεί λίγο κάτω απ’ τον οισοφάγο μου. Δοκίμασα να την βοηθήσω με λίγο κρασί, σ’ αυτό είχαν κάνει ομολογουμένως πολύ καλή επιλογή, μια Ρομπόλα όσο έπρεπε παγωμένη.
Η μπουκιά στεκόταν εκεί λες και κάποιος είχε τσιμεντώσει το υπόλοιπο μέρος του οισοφάγου μου. Τίποτα δεν γλιστρούσε παρακάτω. Έπρεπε να το φτύσω, και όχι βέβαια στο πιάτο μου, μπροστά στα βλέμματα των υπαλλήλων.
Σηκώθηκα διακριτικά και με μια κίνηση καθησύχασα όσους ήταν έτοιμοι να τρέξουν για να δουν μήπως επιθυμώ κάτι. Προχώρησα όσο μπορούσα πιο φυσιολογικά μέχρι το διάδρομο, υπήρχε πιθανότητα κάποιος να με βλέπει, κι ύστερα έτρεξα στις τουαλέτες. Η μπουκιά με πίεζε πολύ. Έσκυψα στη λεκάνη και την έβγαλα νιώθοντας επιτέλους να ξαλαφρώνω. Ύστερα στο νιπτήρα δοκίμασα να πιω με το χέρι μου λίγο δροσερό νερό. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι ούτε το νερό κατέβαινε. Σαν να σταμάταγε ο οισοφάγος δυο εκατοστά πέρα απ’ τη ρίζα της γλώσσας. Άνοιξα το στόμα μου και κοίταξα στον καθρέφτη μήπως διακρίνω τίποτα. Ορατότης μηδέν. Σκέτη μαυρίλα! Ιδρώτας άρχισε πάλι ν’ αναβλύζει απ’ το μέτωπό μου, ήταν το τρίτο παράξενο κρούσμα απ’ το πρωί, σίγουρα αυτόν τον καθηγητή της Ψυχιατρικής θα έπρεπε κάποια στιγμή να τον επισκεφθώ προσωπικά, σκέφτηκα. Θα με πρόσεχε οπωσδήποτε, τόσα χρήματα έπαιρνε απ’ την εταιρεία. Σκούπισα τον ιδρώτα μου με λίγο χαρτί και ξαναγύρισα στο τραπέζι, όχι δεν ήταν τίποτα, μην ανησυχείτε, ένα τηλεφώνημα επείγον που το είχα ξεχάσει, ας συνεχίσουμε το φαγητό μας...
Δεν είχα ιδέα όμως τι έπρεπε να κάνω για να παριστάνω ότι τρώω. Η αλήθεια είναι πως δεν πεινούσα και καθόλου, πράγμα που με παραξένεψε ακόμη περισσότερο. Είχα να βάλω μπουκιά στο στόμα μου από χτες το μεσημέρι. Τα ραντεβού μου στο γραφείο ήταν τόσα πολλά, αν δεν μου θύμιζε την ώρα του φαγητού η γραμματέας μου, μπορούσα να μείνω νηστικός μέχρι το βράδυ. Παλιά συνήθεια που είχα από μικρός όταν ήμασταν στα χωράφια, κάτω στη γενέτειρά μου την Κρήτη, και μαζεύαμε τις ελιές στον καιρό τους, τέσσερα χέρια όλα κι όλα, του πατέρα μου και τα δικά μου, η μάνα μου είχε πεθάνει στη γέννα. Απορούσα πώς είχα κατορθώσει εγώ να βρίσκομαι τώρα σ’ αυτό το τραπέζι, σ’ αυτή τη θέση, σ’ αυτή την εταιρεία!
Δεν δοκίμασα ούτε μια γουλιά καφέ. Φοβόμουν ότι πάλι δεν θα κατέβαινε τίποτα κάτω... Τα βράδια, θυμάμαι, γυρίζαμε σπίτι με το γάιδαρο, Μάνθο τον έλεγαν. Βάδιζε άκρη-άκρη στο γκρεμό κι εγώ έτρεμα. «Μη σκιάζεσαι», μου ‘λεγε ο πατέρας, «εκείνος ξέρει μαθές, όσο πιο σιμά στον κίνδυνο τόσο καλύτερα τον κατέχει, μην τονε χάψει». Από τότε θαύμαζα τον Μάνθο. Ήταν μια σπουδαία συντροφιά για μένα. Δεν είχα αδέλφια και... Πώς μου ‘ρθαν τώρα όλ’ αυτά; αναλογίστηκα παραξενεμένος.
Η ώρα είχε πάει τέσσερις κι έπρεπε να ετοιμαστώ για την υποδοχή των ξένων. Πήγα στο δωμάτιό μου να φρεσκαριστώ.
Ο διαφημιστής μας είχε μια πολύ δημιουργική ιδέα. Να υποδεχτούμε τους ξένους στο αεροδρόμιο κι ένας οπερατέρ να βιντεοσκοπήσει κρυφά τον ερχομό τους και να τους τον παρουσιάσουμε σαν εναρκτήριο καλωσόρισμα στο δεύτερο μέρος του συνεδρίου, το οποίο θα παρακολουθούσαν και οι ίδιοι. Σίγουρα θα τους εντυπωσιάζαμε.
Δεν είχε άδικο. Επιφωνήματα ευχάριστης έκπληξης ακούστηκαν το απόγευμα στην αίθουσα του συνεδρίου και όλοι χειροκρότησαν θερμά. Πηγαίναμε καλά. Δεν είχα πια αιτία ν’ ανησυχώ. Ακόμη και στο λόγο του ο μεγάλος απ’ την Ελβετία δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει για την τόσο «έξυπνη», είπε επί λέξει, υποδοχή. Εκείνη τη στιγμή νοστάλγησα την καρδιά μου.
Λίγο πριν τελειώσει το απογευματινό μέρος του συνεδρίου έγινε και η μεγάλη ανακοίνωση που αφορούσε το άτομό μου. ‘Ηταν η πρώτη φορά μετά από τα χρόνια των σπουδών μου που έπαθα τρακ. Προσπάθησα με κόπο να καλύψω το τρέμουλο των χεριών μου Κι εκείνο το κάτι σαν λυγμό που ανέβαινε απ’ το στήθος μου. Φαντάσου σε τέτοια ηλικία, μονολόγησα. Όταν είχα αποφοιτήσει απ’ τα μεταπτυχιακά μου στο Χάρβαρντ και πήρα το ντοκτορά μου απ’ τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου, είχα νιώσει την ίδια συγκίνηση, έτοιμος να εκτοξευτώ στον πιο μακρινό ουρανό. Η Μερόπη ήταν τότε πολύ ευτυχισμένη. Η αλήθεια είναι πως ουσιαστικά εκείνη τα είχε καταφέρει, αν δεν ήταν ο πατέρας της με τις διαπλοκές του σίγουρα δεν θα μπορούσα να εξασφαλίσω τέτοια αξιοζήλευτη υποτροφία... Καμιά φορά με γέμιζε τύψεις αυτή η σκέψη, ιδιαίτερα όταν... αλλά κάθε άντρας δικαιούται να κάνει μερικά ερωτικά παραστρατήματα στη ζωή του, τι διάολο πια.
Το βράδυ το γεύμα δόθηκε στη μεγάλη αίθουσα με συνοδεία μουσικής. Υπήρχε μπαλέτο, εξαμελής ορχήστρα και πρόγραμμα ελαφρό και λαϊκό. Οι ξένοι τρελαίνονται για τσιφτετέλια, ζήτω η Ελλάδα, έλεγαν και πέταγαν γαρδένιες μαζί με τα καλαθάκια. Αν μπορούσα μόνο να καταπιώ δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Σκυμμένος στο πιάτο μου, έκανα ένα σωρό μανούβρες για να μην καταλάβει κανείς τίποτα. Δεν ανέφερα κάτι ούτε στη Μερό πη, που την πήρα στο τηλέφωνο για να της πω «όλα καλά» και να την ευχαριστήσω για την ωραία της ανθοδέσμη, που είχε προνοήσει να μου στείλει για την προαγωγή μου.
Κλείνοντας το τηλέφωνο, ασυναίσθητα έβαλα το χέρι στο στομάχι μου. Αυτό ήταν. Το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει πυρετικά. Ίσως δεν ήταν θέμα ψυχιάτρου, όπως θέλησα να πιστέψω το μεσημέρι. Ίσως να ήταν αυτό ακριβώς που δεν τολμούσα ούτε να το σκεφτώ: μπορεί να είχε φύγει, μαζί με την καρδιά και το αίμα, και όλο το πεπτικό μου σύστημα. Τα εντόσθιά μου! Ήταν πάρα πολύ δύσκολο βέβαια να το πιστέψω. Σχεδόν κωμικό! Με αποσπούσε όμως απ’ τις δουλειές του συνεδρίου και ήταν πολλά τα πρακτικά προβλήματα που έπρεπε να λύσω...
Ο ξένος ερχόταν προς το μέρος μου, έπρεπε να πάρω το καλό μου ύφος. Μου χαμογέλασε. Αυστριακός ήταν νομίζω, αλλά γεννημένος στην Ελβετία και μεγαλωμένος στη Ρώμη με μεταπτυχιακές σπουδές στο Χάρβαρντ όπως κι εγώ, μιλούσε οκτώ γλώσσες, εγώ μόνο τέσσερις μαζί με τα ελληνικά μου. «Εκείνο που μας ανησυχεί», μπήκε στο ψητό, «είναι οι τριγμοί στο κυβερνών κόμμα τώρα που περιμένουμε την έγκριση κυκλοφορίας του καινούργιου φαρμάκου για την κατάθλιψη». Τον διαβεβαίωσα ότι δεν εξαρτάται από τα κόμματα αυτό αλλά από διαφορετικές παρασκηνιακές, μυστικές διασυνδέσεις που υπήρχαν παντού και τις έλεγχα. Χάρηκε και μου χτύπησε φιλικά την πλάτη. Ένιωσα μεγάλη ανακούφιση.
Εκείνη τη στιγμή μάς πλησίασε γελώντας η Νόρα, συνεργάτις της εταιρείας μας, αυτοπυρπολούμενη στην απαστράπτουσα θηλυκότητά της. Ανάμεσα στις κουβέντες και τ’ αστεία της πέταξε και το γνωστό «απόψε», όπως κάθε φορά που ήμασταν σε συνέδριο και διανυκτερεύαμε εκτός οικογενειακής εστίας. Δεν τόλμησα ν’ αρνηθώ παρόλο που κάτι μέσα μου μού έλεγε πως έπρεπε να το κάνω…
(Συνεχίζεται)