
Ξύπνησα απ' τη σιωπή. Ίσως όμως δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέμε σιωπή. Απουσία θορύβου. Αυτό ήταν. Ενός συνηθισμένου, καθημερινού, ρυθμικού θορύβου. Άλλοτε δυνατού που σε ξαγρυπνά κι άλλοτε απαλoύ που σε ησυχάζει και σε κάνει να νιώθεις πως είναι συντροφιά σου. Πως υπάρχει για να υπάρχεις ή υπάρχεις γιατί υπάρχει. Τόσο σφιχταγκαλιασμένοι ο |
στο κομοδίνο σε αγώνα δρόμου για να χτυπήσει σε τριάντα λεπτά. Έριξα μια ματιά δίπλα μου. Η Μερόπη κοιμόταν γυρισμένη στο άλλο πλευρό. Πρόσεξα πόσο κόκκινα είχε κάνει τελευταία τα μαλλιά της, δεν μπορούσε, είν' αλήθεια, ν' αποφασίσει τι χρώμα την κολάκευε περισσότερο, δεν της έλεγα κι εγώ, τόσο απασχολημένος με τις δουλειές... Την είχα γνωρίσει στο Πανεπιστήμιο, πάνε είκοσι πέντε χρόνια, ούτε που το κατάλαβα πως άλλαξε... Δεν μπόρεσα να συνεχίσω τις σκέψεις μου. Η απουσία του θορύβου με προβλημάτισε ξανά. Έμοιαζε σαν αυτή η σιωπή ν' αναδυόταν από μέσα μου. Μου φάνηκε πως... σαν εγώ... Και ξαφνικά, λες κι ανακάλυψα την εστία της σιωπής, έβαλα αυτόματα το δεξί χέρι στο μέρος της καρδιάς μου. Αυτό ήταν. Κανένας ήχος. Απόλυτη σιγή! Το γνωστό τακ-τακ δεν ήταν εκεί. Είχε σταματήσει! Άφησα το χέρι στο στήθος αρκετή ώρα. Μια αίσθηση αιωνιότητας με κυρίεψε. Το τακ-τακ δεν ξαναρχόταν. Κοίταξα πάλι προς τη μεριά της Μερόπης. Εξακολουθούσε να κοιμάται γαλήνια μην έχοντας τίποτα υποψιαστεί, γιατί άλλωστε; δεν ήταν κάτι που την αφορούσε. Πέταξα τα σκεπάσματα και σηκώθηκα. Εφόσον το τακ-τακ είχε σταματήσει, αναμφίβολα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πως είχα πεθάνει. Όμως η αγωνία μου με έκανε να νιώθω ότι ζω. Έπιασα το σφυγμό μου. Πώς δεν το είχα κάνει αμέσως; Καμιά φορά η καρδιά είναι τόσο διακριτική, ιδιαίτερα στον ύπνο, σκέφτηκα προσπαθώντας να ξεγελάσω τον εαυτό μου... Όμως δεν ακουγόταν σφυγμός ούτε με το |
πιεσόμετρο με το οποίο καμιά φορά έπαιρνα την πίεση της πεθεράς μου. Η μόνη εξήγηση προφανώς, όσο παράξενη κι αν φαινόταν εκ πρώτης όψεως, ήταν πως η καρδιά μου δεν βρισκόταν εκεί που ήταν πάντα. Κοίταξα το ρολόι. Οκτώ και μισή. Ήταν η ώρα του να χτυπήσει. Το σταμάτησα μην ξυπνήσει τη Μερόπη κι αναγκαστικά αρχίζαμε κουβέντα. Μπήκα στο μπάνιο. Μπορεί η καρδιά μου να είχε βουβαθεί, αλλά εγώ δεν είχα άλλο χρόνο για χασομέρι, το συνέδριο θα άρχιζε στις δέκα. Και σίγουρα δεν θα έφτανα στον Αστέρα νωρίτερα από τις παρά τέταρτο με την ασφυκτική κίνηση στους δρόμους. Έκανα βιαστικά ένα ντους και πέρασα την ανάποδη του χεριού μου στο δεξί μου μάγουλο. Αδύνατον να μην ξυριζόμουν. Άπλωσα το χέρι μου στην ηλεκτρική, αλλά σκέφτηκα πως θα καθυστερούσα κι έτσι άρπαξα στα γρήγορα το ξυράφι. Έτσι όπως βιαζόμουν θα 'ταν αφύσικο να μην κοπώ. Ένιωσα ρίγος απ' το τσούξιμο, αλλά πριν προλάβει ν' αρχίσει η αιμορραγία, κόλλησα ένα τραυμοπλάστ. Θα το' βγαζα στην τουαλέτα του Αστέρα. Φόρεσα βιαστικά τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα μου και φίλησα πεταχτά τη Μερόπη στο μέτωπο. Άνοιξε τα μάτια της, ανοιχτά καστανά, σαν μέλι. Α ναρωτήθηκα πώς μπορούσε να έχει ακόμη τόσο όμορφα μάτια, δεν είχα χρόνο όμως για τέτοιες κουβέντες. «Θα λείψω δυο μέρες», το θυμόταν, «καλή επιτυχία», μου ψιθύρισε, «τηλεφώνησέ μου». Δεν προλάβαινα να καλημερίσω τα παιδιά. |
Η κίνηση στους δρόμους ήταν εφιαλτική, ιδιαίτερα μέσα στη ζέστη. Άνοιξα το αιρκοντίσιον παρ' όλο που κάθε φορά με έκανε να συναχώνομαι. Έστριψα Κατεχάκη για Βουλιαγμένη, ίσα-ίσα θα τους προλάβαινα, μόλις θα είχαν μπει στην αίθουσα. Συνήθως οι ξένοι έρχονταν μετά το μεσημεριανό φαγητό με το τζετ της μητέρας-εταιρείας από Ελβετία. Ευτυχώς η πορεία κάποιων αναρχικών γινόταν έξω απ’ τη Βουλή. Είχε δίκιο ο Παναγιωτίδης που διάλεξε τον Αστέρα Βουλιαγμένης, σκέψου τώρα να είχαμε κανονίσει το συνέδριο στη Μεγάλη Βρετανία. |
Οι υπάλληλοι και οι πωλητές ήταν μαζεμένοι στον μπουφέ έξω απ' την αίθουσα κι έπιναν έναν πρώτο καφέ. Από μακριά έβλεπα τα στόματά τους ν' ανοιγοκλείνουν ακατάπαυστα και το ελεύθερο χέρι τους να πηγαινοέρχεται υποστηρίζοντας προφανώς όσα έλεγαν. Καθώς πλησίαζα, έφτασε στ' αφτιά μου το συνονθύλευμα κάποιων αφελών απόψεων, που υποστήριζαν συνήθως οι απλοί άνθρωποι, σχετικά με τις πορείες των αναρχικών. Μου χαμογέλασαν κι αμέσως άλλαξαν συζήτηση. «Θα σκίσει το καινούργιο προϊόν, boss.» |
Ρούφηξα μια γουλιά απ' τον καφέ που έτρεξε να μου σερβίρει η γραμματέας μου και τσάκωσα το βλέμμα της να καρφώνεται στο μάγουλό μου. Θυμήθηκα το κόψιμο με το ξυράφι κι έτρεξα στις τουαλέτες. Είχα ευτυχώς λίγα λεπτά καιρό. Οι τουαλέτες μύριζαν απολυμαντικό. Παράξενο για ένα τόσο πολυτελές ξενοδοχείο, σκέφτηκα. Έπρεπε να κάνω παρατήρηση στο διευθυντή του. |
Κοίταξα αφηρημένα το είδωλό μου στον καθρέφτη κι αυθόρμητα ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη μου με τη σκέψη ότι, αν φέτος πιάναμε τον στόχο, θα είχα ένα γερό μπόνους και μια σίγουρη υποψηφιότητα για Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Που σήμαινε ότι βρισκόμουν πλέον στην τελική ευθεία για την κορυφή. Αλλά και μέχρι εδώ να έμεναν τα πράγματα, έλεγε η Μερόπη, καλά τα είχα καταφέρει. Αύριο μετά το συνέδριο οι ξένοι θα ανήγγελλαν και επίσημα την υπαγωγή σε μένα της αγοράς των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Τράβηξα απαλά το τραυμοπλάστ απ' το μάγουλό μου, μην αρχίσει να τρέχει το αίμα, κι έκανα να το ρίξω στο καλάθι των αχρήστων. Χωρίς να το θέλω, το μάτι μου έπεσε πάνω του. Παράξενο. Το τραυμοπλάστ δεν είχε καθόλου μα καθόλου αίμα, ούτε το μάγουλό μου κανένα ίχνος από αιμορραγία. Ήταν σαν να μην είχα κοπεί καθόλου, άδικα είχα ανησυχήσει... Μ' ένα όμως προσεκτικότερο κοίταγμα το πράγμα έδειξε διαφορετικό. Υπήρχε μια μικρή ουλή από το κόψιμο, λίγο ανοιχτή αλλά στεγνή και χλομή, σαν να μην είχε τρέξει καθόλου αίμα. Τόσο το καλύτερο, σκέφτηκα, που δεν είχα λερωθεί, και βγήκα απ' τις τουαλέτες γιατί σίγουρα θα είχαν όλοι μαζευτεί και θα περίμεναν εμένα για ν' αρχίσει το συνέδριο. Δεν πρόλαβα να κάνω δυο βήματα στο διάδρομο και μια ξαφνική ταραχή με κυρίεψε. Ξαναγύρισα αμέσως τρέμοντας. Βουτήχτηκα πάλι στον καθρέφτη. Σταγόνες ιδρώτα γυάλιζαν στο μέτωπό μου. Έβαλα το χέρι μου στο μέρος της καρδιάς. Παρ' όλη τη λαχτάρα μου ο χτύπος δεν είχε επιστρέψει. Η καρδιά απουσίαζε ακόμη απ' τη θέση της. Και το αίμα; αναρωτήθηκε το μυαλό μου. Δεν ήθελα ούτε να το σκεφτώ. Αν η καρδιά... τότε και το αίμα... Κοίταξα γύρω μου με αγωνία μήπως υπήρχε κανένα αιχμηρό εργαλείο. Ρίχνοντας ακόμη μια ματιά στον καθρέφτη, σκέφτηκα ότι ο καθρέφτης, δηλαδή το γυαλί, ήταν ό,τι χρειαζόμουν. Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, έπρεπε να διαπιστώσω... (Συνεχίζεται)) |
|
8 comments:
Μου αρέσουν αυτές οι ιστορίες. Αν και είναι πρόωρο να κάνω υποθέσεις για τα νοήμτα του διηγήματος φαντάζομαι πως θα έχει συμβολικό χαρακτήρα. Αναμένω με μεγάλο ενδιαφέρον τη συνέχεια.
2σχ2
Καλώς τον. Χαίρομαι που σε απασχόλησε το διήγημα και σε έβαλε σε σκέψεις. Καλός οιωνός.
Λεία,
διάβαζα το κείμενο και στα αυτιά μου όλη την ώρα είχα αυτό το υπόκωφο γεμάτο ησυχία κενό... Σαν αυτό που "ακούς" όταν κάνεις βουτιά στα βαθιά...
Εντυπωσιακό, την καρδιά μου, όμως, την έπιασα να χτυπά σε κάποια σημεία πιο γρήγορα...
Θα περιμένω συνέχεια...
Τώρα πάω για ύπνο, τα αυτιά μου άρχισαν να βουίζουν. (Αλήθεια είναι, δεν στα λέω όλα αυτά ποιητικά, νομίζω μπαίνω πολύ απότομα μέσα στα κείμενα που με κρατάνε...)
Φιλιά!
αυτό είναι που λέμε "του 'φυγε η καρδιά"...
τακ τακ
industrialdaisies
Τι ακριβής παρομοίωση "όπως όταν βουτάς στα βαθιά..."
σπύρος σεραφειμ
Δεν την έχω ακούσει αυτή την έκφραση. Ναι, κάπως έτσι θα ήταν η αίσθηση.
Leia... King???
Tώρα, "μ' έστειλες", πραγματικά (με την καλή ένοια). Και μ' έβαλες και σ' αγωνία...
Ως φανατικός λάτρης των καλών ιστοριών μυστηρίου, απαιτώ εδώ και τώρα τη συνέχεια!
:)
Χρήστο μου τα καλά μυστήρια εμφανίζονται αργά τη νύχτα. Μη βιάζεσαι.
Post a Comment