Το γραψιμο ειναι η καλυτερη μορφη επικοινωνιας μετα τον ερωτα

σκεψεις, συνεντευξεις και κειμενα

Monday, May 21, 2007

Το Κενό (1)



Ξύπνησα απ' τη σιωπή. Ίσως όμως δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέμε σιωπή. Απουσία θορύβου. Αυτό ήταν. Ενός συνηθισμένου, καθημερινού, ρυθμικού θορύβου. Άλλοτε δυνατού που σε ξαγρυπνά κι άλλοτε απαλoύ που σε ησυχάζει και σε κάνει να νιώθεις πως είναι συντροφιά σου. Πως υπάρχει για να υπάρχεις ή υπάρχεις γιατί υπάρχει. Τόσο σφιχταγκαλιασμένοι ο ένας με τον άλλον, γρανάζια. Αυτός ο θόρυβος, λοιπόν, είχε ξαφνικά σταματήσει. <>Άνοιξα τα μάτια με αγωνία. Περισσότερο την είχα υποψιασθεί παρά την είχα νιώσει τη σιωπή. Κοίταξα γύρω μου. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από χτες βράδυ. Οι κουρτίνες ακόμη μισάνοιχτες για να περνά το ροδαλό φως της αυγής. Τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα σε αναμονή στην κρεμάστρα. Το ηλεκτρονικό ρολόι
στο κομοδίνο σε αγώνα δρόμου για να χτυπήσει σε τριάντα λεπτά. Έριξα μια ματιά δίπλα μου. Η Μερό­πη κοιμόταν γυρισμένη στο άλλο πλευρό. Πρόσεξα πόσο κόκκινα είχε κάνει τελευταία τα μαλλιά της, δεν μπορούσε, είν' αλήθεια, ν' αποφασίσει τι χρώμα την κολάκευε περισσότερο, δεν της έλεγα κι εγώ, τό­σο απασχολημένος με τις δουλειές... Την είχα γνωρί­σει στο Πανεπιστήμιο, πάνε είκοσι πέντε χρόνια, ού­τε που το κατάλαβα πως άλλαξε...
Δεν μπόρεσα να συνεχίσω τις σκέψεις μου. Η απουσία του θορύβου με προβλημάτισε ξανά. Έμοιαζε σαν αυτή η σιωπή ν' αναδυόταν από μέσα μου. Μου φάνηκε πως... σαν εγώ...

Και ξαφνικά, λες κι ανακάλυψα την εστία της σιωπής, έβαλα αυτόματα το δεξί χέρι στο μέρος της καρ­διάς μου. Αυτό ήταν. Κανένας ήχος. Απόλυτη σιγή! Το γνωστό τακ-τακ δεν ήταν εκεί. Είχε σταματήσει! Άφησα το χέρι στο στήθος αρκετή ώρα. Μια αίσθηση αιωνιότητας με κυρίεψε. Το τακ-τακ δεν ξαναρχόταν. Κοίταξα πάλι προς τη μεριά της Μερόπης. Εξακολουθούσε να κοιμάται γαλήνια μην έχοντας τίποτα υποψιαστεί, γιατί άλλωστε; δεν ήταν κάτι που την αφορούσε.

Πέταξα τα σκεπάσματα και σηκώθηκα. Εφόσον το τακ-τακ είχε σταματήσει, αναμφίβολα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πως είχα πεθάνει. Όμως η αγωνία μου με έκανε να νιώθω ότι ζω. Έπιασα το σφυγ­μό μου. Πώς δεν το είχα κάνει αμέσως; Καμιά φορά η καρδιά είναι τόσο διακριτική, ιδιαίτερα στον ύπνο, σκέφτηκα προσπαθώντας να ξεγελάσω τον εαυτό μου... Όμως δεν ακουγόταν σφυγμός ούτε με το

πιεσόμετρο με το οποίο καμιά φορά έπαιρνα την πίεση της πεθεράς μου. Η μόνη εξήγηση προφανώς, όσο παράξενη κι αν φαινόταν εκ πρώτης όψεως, ήταν πως η καρδιά μου δεν βρισκόταν εκεί που ήταν πά­ντα. Κοίταξα το ρολόι. Οκτώ και μισή. Ήταν η ώρα του να χτυπήσει. Το σταμάτησα μην ξυπνήσει τη Με­ρόπη κι αναγκαστικά αρχίζαμε κουβέντα. Μπήκα στο μπάνιο. Μπορεί η καρδιά μου να είχε βουβαθεί, αλλά εγώ δεν είχα άλλο χρόνο για χασομέρι, το συνέ­δριο θα άρχιζε στις δέκα. Και σίγουρα δεν θα έφτα­να στον Αστέρα νωρίτερα από τις παρά τέταρτο με την ασφυκτική κίνηση στους δρόμους.

Έκανα βιαστικά ένα ντους και πέρασα την ανάπο­δη του χεριού μου στο δεξί μου μάγουλο. Αδύνατον να μην ξυριζόμουν. Άπλωσα το χέρι μου στην ηλε­κτρική, αλλά σκέφτηκα πως θα καθυστερούσα κι έτσι άρπαξα στα γρήγορα το ξυράφι. Έτσι όπως βιαζό­μουν θα 'ταν αφύσικο να μην κοπώ. Ένιωσα ρίγος απ' το τσούξιμο, αλλά πριν προλάβει ν' αρχίσει η αι­μορραγία, κόλλησα ένα τραυμοπλάστ. Θα το' βγαζα στην τουαλέτα του Αστέρα. Φόρεσα βιαστικά τα φρε­σκοσιδερωμένα ρούχα μου και φίλησα πεταχτά τη Μερόπη στο μέτωπο. Άνοιξε τα μάτια της, ανοιχτά καστανά, σαν μέλι. Α ναρωτήθηκα πώς μπορούσε να έχει ακόμη τόσο όμορφα μάτια, δεν είχα χρόνο όμως για τέτοιες κουβέντες. «Θα λείψω δυο μέρες», το θυμόταν, «καλή επιτυχία», μου ψιθύρισε, «τηλεφώνησέ μου». Δεν προλάβαινα να καλημερίσω τα παιδιά.

Η κίνηση στους δρόμους ήταν εφιαλτική, ιδιαίτερα μέσα στη ζέστη. Άνοιξα το αιρκοντίσιον παρ' όλο που κάθε φορά με έκανε να συναχώνομαι. Έστριψα Κατεχάκη για Βουλιαγμένη, ίσα-ίσα θα τους προλάβαινα, μόλις θα είχαν μπει στην αίθουσα. Συνήθως οι ξένοι έρχονταν μετά το μεσημεριανό φαγητό με το τζετ της μητέρας-εταιρείας από Ελβετία. Ευτυχώς η πορεία κάποιων αναρχικών γινόταν έξω απ’ τη Βουλή. Είχε δίκιο ο Παναγιωτίδης που διάλεξε τον Αστέρα Βουλιαγμέ­νης, σκέψου τώρα να είχαμε κανονίσει το συνέδριο στη Μεγάλη Βρετανία.

Οι υπάλληλοι και οι πωλητές ήταν μαζεμένοι στον μπουφέ έξω απ' την αίθουσα κι έπιναν έναν πρώτο καφέ. Από μακριά έβλεπα τα στόματά τους ν' ανοιγοκλείνουν ακατάπαυστα και το ελεύθερο χέρι τους να πηγαινοέρχεται υποστηρίζοντας προφανώς όσα έλεγαν. Καθώς πλησίαζα, έφτασε στ' αφτιά μου το συνονθύλευμα κάποιων αφελών απόψεων, που υποστήριζαν συνή­θως οι απλοί άνθρωποι, σχετικά με τις πορείες των αναρχικών. Μου χαμογέλασαν κι αμέσως άλλαξαν συζήτηση. «Θα σκίσει το καινούργιο προϊόν, boss.»

Ρούφηξα μια γουλιά απ' τον καφέ που έτρε­ξε να μου σερβίρει η γραμματέας μου και τσάκωσα το βλέμμα της να καρφώνεται στο μάγουλό μου. Θυ­μήθηκα το κόψιμο με το ξυράφι κι έτρεξα στις τουα­λέτες. Είχα ευτυχώς λίγα λεπτά καιρό. Οι τουαλέτες μύριζαν απολυμαντικό. Παράξενο για ένα τόσο πο­λυτελές ξενοδοχείο, σκέφτηκα. Έπρεπε να κάνω πα­ρατήρηση στο διευθυντή του.

Κοίταξα αφηρημένα το είδωλό μου στον καθρέφτη κι αυθόρμητα ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη μου με τη σκέψη ότι, αν φέτος πιάναμε τον στόχο, θα είχα ένα γερό μπόνους και μια σίγουρη υποψηφιότητα για Πρόεδρος του Διοικητικού Συμ­βουλίου. Που σήμαινε ότι βρισκόμουν πλέον στην τε­λική ευθεία για την κορυφή. Αλλά και μέχρι εδώ να έμεναν τα πράγματα, έλεγε η Μερόπη, καλά τα είχα καταφέρει. Αύριο μετά το συνέδριο οι ξένοι θα ανήγ­γελλαν και επίσημα την υπαγωγή σε μένα της αγοράς των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής.

Τράβηξα απαλά το τραυμοπλάστ απ' το μά­γουλό μου, μην αρχίσει να τρέχει το αίμα, κι έκανα να το ρίξω στο καλάθι των αχρήστων. Χωρίς να το θέλω, το μάτι μου έπεσε πάνω του. Παράξενο. Το τραυμοπλάστ δεν είχε καθόλου μα καθόλου αίμα, ού­τε το μάγουλό μου κανένα ίχνος από αιμορραγία. Ήταν σαν να μην είχα κοπεί καθόλου, άδικα είχα ανησυχήσει... Μ' ένα όμως προσεκτικότερο κοίταγμα το πράγμα έδειξε διαφορετικό. Υπήρχε μια μικρή ου­λή από το κόψιμο, λίγο ανοιχτή αλλά στεγνή και χλο­μή, σαν να μην είχε τρέξει καθόλου αίμα. Τόσο το καλύτερο, σκέφτηκα, που δεν είχα λερωθεί, και βγή­κα απ' τις τουαλέτες γιατί σίγουρα θα είχαν όλοι μα­ζευτεί και θα περίμεναν εμένα για ν' αρχίσει το συ­νέδριο.

Δεν πρόλαβα να κάνω δυο βήματα στο διά­δρομο και μια ξαφνική ταραχή με κυρίεψε. Ξαναγύ­ρισα αμέσως τρέμοντας. Βουτήχτηκα πάλι στον κα­θρέφτη. Σταγόνες ιδρώτα γυάλιζαν στο μέτωπό μου. Έβαλα το χέρι μου στο μέρος της καρδιάς. Παρ' όλη τη λαχτάρα μου ο χτύπος δεν είχε επιστρέψει. Η καρ­διά απουσίαζε ακόμη απ' τη θέση της. Και το αίμα; αναρωτήθηκε το μυαλό μου. Δεν ήθελα ούτε να το σκεφτώ. Αν η καρδιά... τότε και το αίμα... Κοίταξα γύρω μου με αγωνία μήπως υπήρχε κανένα αιχμηρό εργαλείο. Ρίχνοντας ακόμη μια ματιά στον καθρέφτη, σκέφτηκα ότι ο καθρέφτης, δηλαδή το γυαλί, ήταν ό,τι χρειαζόμουν. Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετι­κά, έπρεπε να διαπιστώσω...

(Συνεχίζεται))


8 comments:

2Σx2 said...

Μου αρέσουν αυτές οι ιστορίες. Αν και είναι πρόωρο να κάνω υποθέσεις για τα νοήμτα του διηγήματος φαντάζομαι πως θα έχει συμβολικό χαρακτήρα. Αναμένω με μεγάλο ενδιαφέρον τη συνέχεια.

Λεία Βιτάλη said...

2σχ2
Καλώς τον. Χαίρομαι που σε απασχόλησε το διήγημα και σε έβαλε σε σκέψεις. Καλός οιωνός.

industrialdaisies said...

Λεία,

διάβαζα το κείμενο και στα αυτιά μου όλη την ώρα είχα αυτό το υπόκωφο γεμάτο ησυχία κενό... Σαν αυτό που "ακούς" όταν κάνεις βουτιά στα βαθιά...

Εντυπωσιακό, την καρδιά μου, όμως, την έπιασα να χτυπά σε κάποια σημεία πιο γρήγορα...

Θα περιμένω συνέχεια...
Τώρα πάω για ύπνο, τα αυτιά μου άρχισαν να βουίζουν. (Αλήθεια είναι, δεν στα λέω όλα αυτά ποιητικά, νομίζω μπαίνω πολύ απότομα μέσα στα κείμενα που με κρατάνε...)

Φιλιά!

Σπύρος Σεραφείμ said...

αυτό είναι που λέμε "του 'φυγε η καρδιά"...

τακ τακ

Λεία Βιτάλη said...

industrialdaisies
Τι ακριβής παρομοίωση "όπως όταν βουτάς στα βαθιά..."

Λεία Βιτάλη said...

σπύρος σεραφειμ
Δεν την έχω ακούσει αυτή την έκφραση. Ναι, κάπως έτσι θα ήταν η αίσθηση.

Χρήστος Φασούλας said...

Leia... King???
Tώρα, "μ' έστειλες", πραγματικά (με την καλή ένοια). Και μ' έβαλες και σ' αγωνία...
Ως φανατικός λάτρης των καλών ιστοριών μυστηρίου, απαιτώ εδώ και τώρα τη συνέχεια!
:)

Λεία Βιτάλη said...

Χρήστο μου τα καλά μυστήρια εμφανίζονται αργά τη νύχτα. Μη βιάζεσαι.