Το γραψιμο ειναι η καλυτερη μορφη επικοινωνιας μετα τον ερωτα

σκεψεις, συνεντευξεις και κειμενα

Tuesday, January 02, 2007

Η ΕΙΡΗΝΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

ΜΙΑ ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΑΦΙΕΡΩΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΓΙΑ ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

ΕΝ ΕΤΕΙ 2007


(Το διήγημα έχει δημοσιευθεί στο πρωτοχρονιάτικο ΕΘΝΟΣ μαζί με άλλα 18 διηγήματα και κείμενα εκλεκτών συναδέλφων που γράφτηκαν με αφορμή την ιδέα της Ελένης Γκίκα περί «ύβρεως». Η ύβρις είναι καθιερωμένο να αποτελεί αρνητική εκδήλωση. Ωστόσο μπορεί να διαθέτει και «θετική» πλευρά. Εκείνη της ανατροπής! Των κακώς καθιερωμένων.

Μ’ αυτή την τολμηρή (!;) έννοια μπορεί να είναι και συμφιλίωση των εθνοτήτων, άρνηση του σύγχρονου μεσσιανισμού και των όποιων μεσαιωνικών μεθόδων «τιμωρίας», αντεκδίκησης και χειραγώγησης, που οδηγούν αναπόφευκτα στην αναπαραγωγή της βίας αενάως).

ΚΑΪΖΕΡ ΣΤΡΑΣΣΕ

Την Κάιζερ στράσσε δεν την περπατάνε τα βράδια Γερμανοί. Ούτε καθωσπρέπει ξένοι που έρχονται στη Φρανκφούρτη για δουλειές. Όταν κλείνουν οι εταιρίες και τα καταστήματα ο δρόμος ερημώνει. Μόνο στα σεξ-σοπς και στα στριπτιζάδικα φωτίζεται η επιγραφή. Είναι οι ώρες που η Κάιζερ στράσσε ανήκει αλλού.

Ιδιαίτερα τα βράδια κάθε πρωτοχρονιάς -όπως εκείνο του 2004- όταν η Μαρία η Σιτσιλιάνα, που οι πελάτες της αποκαλούσαν «Μαντόνα», φόρεσε το κατάμαυρο παλτό της και το γκρίζο ποντικί μπερέ της, έχωσε το δώρο του τελευταίου πελάτη της στην κόκκινη τσάντα της και βγήκε, ώρα δέκα το βράδυ, στην Κάιζερ με τα τακούνια της, κάτω απ’ τη πελώρια πορφυρή σαν αίμα φούστα της, ν’ αναστατώνουν την άσφαλτο. Το κρύο τη διαπερνούσε και μια ψιλή βροχή τη βίντσιζε στο πρόσωπο εντείνοντας την αγωνία της, όλοι έλεγαν πως αιτία είναι η μοναξιά της. Γιατί η Μαρία η Σιτσιλιάνα μπορεί να είχε τους πιο γαλαντόμους πελάτες -παρόλα τα σαρανταπέντε της- αλλά από τότε που ήρθε σ’ αυτόν τον ψυχρό τόπο, η μόνη θερμή σχέση της ήταν με… το χρήμα!

Εκείνο το βράδυ τα βήματά της την έφεραν στο τετράγωνο της Κάιζερ, γωνία Βέζερ και Μύνχενερστράσσε, όπου άναβε η φωτεινή επιγραφή «Πιλστούμπε», που θα πει: το στέκι της πιλς.

Με το που πέρασε το κατώφλι η μυρωδιά της πιλς ανακατωμένη με τα ψητά λουκάνικα Νυρεμβέργης και μια γλυκερή οσμή, σαν από λιβάνι που καίγεται, μπούκαρε στα ρουθούνια της και τη λίγωσε. Αχ, να ‘χε μια δική της συντροφιά, «Μαντόνα παρθένα, κάνε το θαύμα σου εφέτος», σταυροκοπήθηκε.

Ο Κύπριος ιδιοκτήτης τής έδειξε ένα μικρό τραπέζι που κάθονταν ήδη δυο μουστακοφόροι Τούρκοι με κατακόκκινες απ’ τη λάντζα παλάμες, θαρρείς έσταζαν αίμα. «Έχει μπρατ καρτόφελν απόψε;» ρώτησε με λαχτάρα η Μαρία. «Δεν είναι οι πατάτες αυτό που ζητάς, Μαντόνα», γέλασε κλείνοντας το μάτι ο Κύπριος.

«Φέρε μπίρες, κερνάμε», πρόσταξε ο ένας Τούρκος και χάιδεψε με το βλέμμα τη Μαρία, του φαινόταν γνωστή.

Στις δέκα και μισή το μαγαζί έμοιαζε με μελίσσι απ’ το κουβεντολόι των θαμώνων που ολοένα έμπαιναν και στριμώχνονταν πατηκωτοί στα μικρά τραπέζια. Καταλάβαινες τις εθνικότητες απ’ τα χαρακτηριστικά του προσώπου και τις πάτριες λέξεις που ανακάτευαν καθώς μιλούσαν γερμανικά, αλλά κυρίως απ’ τα τραγούδια που έβαζαν στο τζουκ-μποξ. Τούρκικοι αμανέδες, λυπητερά αρμένικα, μπιτάτα ντισκοαφρικάνικα, ιταλικές ταραντέλες, ελληνικά κλαρίνα, ακόμη και ουγγαρέζικα βαλς και χοροπηδηχτά γιουγκοσλάβικα διαδέχονται το ένα το άλλο. Αιθίοπες, Πακιστανοί, κατάμαυροι Κογκολέζοι, Αβυσινέζοι, Κινέζοι αλληλοκερνιούνταν φωνάζοντας «πιλς στ’ αδέρφια», καθώς λικνίζονταν στους εναλλασσόμενους ρυθμούς. Ενώ ένας, που τον φώναζαν «τσιγγάνο», ψηλός και πανέμορφος Σέρβος, μοίραζε συνέχεια «φτιαγμένα» τσιγάρα που τα έγλειφε γελώντας.

«Μέσ’ του Βοσπόρου τα στενά, ο μπάτης κλαίει τα δειλινά…», ο ένας Τούρκος -που καμάρωνε πως ήταν απ’ την Κωνσταντινούπολη- χόρευε αγκαλιαστά μ’ έναν ψηλό Έλληνα, που μόλις είχε ρουφήξει τη δεκατρίτη πιλς του.

Τώρα το τζουκ-μπαξ άλλαξε. «Ιο σόνο αμερικάνο, αμερικάνο…» ένας μικροκαμωμένος Αιθίοπας κάλεσε τη Μαντόνα να χορέψουν. «Νον βόλιο ροκ εντ ρολ. Ιο βόλιο ουν βάλζε. Βάλζε!» απαίτησε εκείνη με μάτια μισόκλειστα. Στη στιγμή ένας Ρώσος άρχισε να τραγουδά σφυριχτά «Ότσι τσόρνιγια, ότσι τούρουρου, ότσι τάραρα, κακ λιαβάς λιουμπλιού…» «Νο κουέστο, νο», τον έκοψε η Μαρία.

«Δεν είναι το βαλς αυτό που ζητάς, Μαντόνα», της ψιθύρισε ξανά ο Κύπριος κερνώντας την απ’ τον Τσιγγάνο μια ξέχειλη πιλς. Η Μαρία ρουφώντας την άπληστα κάρφωσε τον αστραφτερό Σέρβο. «Παίξε μου βάλζε με το ακορντεόν, τεζόρο μίο», κι έδειξε με το βλέμμα της το όργανο ακουμπισμένο στη μπάρα, ενώ στ’ αυτιά της αντηχούσαν συνέχεια τα ίδια λόγια: «Δεν είναι αυτό που ζητάς, δεν είναι…»

«Αγιούτο, Μαντόνα, κάνε εφέτος το θαύμα σου», σταυροκοπήθηκε κρυφά απ’ τα βέβηλα βλέμματα του Σέρβου, η Μαρία. Εκείνος έγλειψε ακόμη ένα «φτιαγμένο» και το άναψε για πάρτη του ρουφώντας τον καπνό βαθιά με τη ματιά του να την καίει.

Εκείνη τη στιγμή –περασμένες έντεκα και μισή πια- άνοιξε ξανά η πόρτα. Μια νεαρή κοπέλα, δεν θα ‘ταν δεκαοκτώ, έκανε να μπει διστακτικά, σαν να ‘ταν απ’ έξω ώρα περιμένοντας. «Πλήρες, πλήρες», της έκοψε τον δρόμο ο Κύπριος.

«Τι πρέγκο, σινιόρε», τον κοίταξε ικετευτικά. «Γκελ μπουραγιά, αδέρφι», έγνεψε από μακριά ένας Τούρκος μόλις την είδε. Η κοπέλα παραμέρισε τον ιδιοκτήτη κι έτρεξε ξαναμμένη κοντά του. Ο Κύπριος δεν αντιμίλησε, σεβόταν πάντα τις επιθυμίες των πελατών του. Έκλεισε μαλακά την πόρτα και, μετά από μια γρήγορη σκέψη, γύρισε το κλειδί κι έσβησε τη φωτεινή επιγραφή. Κόντευε δώδεκα πια.

«Κέρνα το κορίτσι, τσιγκούνη Κύπριε», φώναξε ένας Άραβας κι ο ιδιοκτήτης κατέφτασε με μια πιλς που την ακούμπησε μπροστά στη μικρή. Εκείνη έστρωσε αμήχανα τα βρεγμένα ολόσγουρα ξανθά μαλλιά της. Κάτω απ’ το φτηνό μαβί πουλόβερ και το αντρικό σκισμένο τζιν μπορούσες να διακρίνεις ένα κορμί στρογγυλό και συνάμα λιγνό, που παλλόταν σε κάθε τυχαίο άγγιγμα. Οι άντρες πλησίασαν ασθμαίνοντας. Οι πιλς γέμιζαν τα ποτήρια αφρίζοντας και κυλούσαν στα λαρύγγια κελαρυστά. Τα μουστάκια έσταζαν και τα μάτια λαμπύριζαν. Η θερμοκρασία ανέβαινε ολοταχώς, η παμπ έμοιαζε έτοιμη να τιναχτεί στον αέρα. Η Μαρία λαχανιασμένη άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τις υγρές ακόμη μπούκλες του κοριτσιού. «Πώς σε λένε, μία σορέλα;» ψιθύρισε νιώθοντας το ρίγος της επαφής. Η μικρή την κοίταξε και τα μάτια της θύμιζαν θάλασσα. Πράσινα! Και την ίδια στιγμή γαλανά! «Τζέσυ», είπε και συνέχισε σε άθλια γερμανικά. «Ήρθα πριν χτές Συρακούσες». «Έχεις να μείνεις;» «Χοτέλ κάτω σταθμός». «Πελάτες;» «Πόκο, νιχτ ξέρω», και κατέβασε άλλη μια πιλς μονορούφι κερασμένη απ’ τον τσιγγάνο. «Τεζόρο μίο!» της άγγιξε το μπράτσο η Μαρία. Ύστερα σκούπισε τα υγραμένα μάτια της και είπε στους Ρώσους δίπλα της, που χασκογελούσαν, πως πιτσιλίστηκε απ’ τα τσουγκρίσματα για να το βουλώσουν.

Η ώρα τώρα είχε πάει δώδεκα. Το βροντοφώναξε ο Κύπριος κι έβαλε στο τζουκ μποξ μια γερμανική χορωδία. Οι θαμώνες ευχήθηκαν ο ένας στον άλλο «προστ νόι γιάρ» και μερικοί αντάλλαξαν σαλιωμένα φιλιά. Η Μαρία αγκάλιασε την Τζέσυ τρυφερά. Ανάμεσά τους κυλούσε κάτι ζεστό που τις θέρμαινε και καμιά απ’ τις δυο δεν προσπάθησε να του αντισταθεί. Τότε η Μαρία έβγαλε απ’ την κόκκινη τσάντα της το δώρο του καλύτερου πελάτη της και με χέρια που τρεμούλιαζαν το πρόσφερε στην Τζέσυ. Η μικρή δίστασε. «Όχι δικό σου κουέστο;» «Αντέσσο δικό σου. Μιλιόρι αουγκούρι, τεζόρο μίο!» Και τα δάχτυλά τους έμπλεξαν ξαναμμένα πάνω στο πακέτο, τη στιγμή που γύρω τους ξεχείλιζε μια θεϊκή μελωδία. Ο τσιγγάνος χάιδευε απαλά τα πλήκτρα του ακορντεόν κοιτάζοντάς τες.

«Βάλζε, βάλζε», πετάχτηκε λαχταρώντας η Μαρία και βάλθηκε να τον κοιτάζει παρακλητικά. Ο τσιγγάνος χαμογέλασε κι άφησε τα δάχτυλά του να ταξιδεψουν σαν να πετούν. «Βάλζε!»

Λες κι ήταν το έναυσμα, οι άντρες άφησαν τα ποτήρια κι έτριψαν τις ιδρωμένες παλάμες στα μπατζάκια. Κούμπωσαν τα σακάκια. Άφησαν το χόρτο να καίγεται και σηκώθηκαν με το χαμόγελο της πρόσκλησης αδρό στα υγρά χείλη.

«Ντάιν ιστ μάιν γκάντσες χερτς, βεν ντου νιχτ μπιστ καν ιχ νιχτ ζάιν…» ο Λέχαρ και «Η Χώρα του Μειδιάματος» ακουγόταν απ’ τη φωνή του Σέρβου λιγωμένα.

Τότε, εντελώς ξαφνικά, κι ενώ οι άντρες άπλωναν το χέρι στην Τζέσυ ποιον να διαλέξει, η Μαρία την άρπαξε στην αγκαλιά της. Κι εκεί στη μέση της παμπ, στον ελάχιστο χώρο που άφησαν οι άντρες παραμερίζοντας, άρχισε να στροβιλίζει τη μικρή στο βαλς που χρόνια ονειρευόταν. Στριμωχτά, ακουμπώντας πάνω στα αντρικά σώματα, που στέκονταν γύρω τους σαν κλοιός προσπαθώντας να κλέψουν λίγο απ’ το πάθος που φούντωνε μπροστά τους. Και τότε, μέσα στη μικρή πιλστούμπε, έγινε το θαύμα!

Με μια εντυπωσιακή φιγούρα η Μαρία στροβίλισε τη μικρή Τζέσυ, τη σήκωσε ψηλά με τα δυνατά της χέρια κι ύστερα την κατέβασε βαθιά, τόσο που την έχωσε κάτω απ’ την τεράστια πορφυρή σαν αίμα φούστα της. Οι άντρες έμειναν άφωνοι με το κορμί τεντωμένο σαν τόξο περιμένοντας μέχρι την ώρα… Μέχρι την ώρα που η Μαρία γελώντας -μ’ ένα γέλιο σαν κραυγή πόνου που τράνταξε την παμπ- σήκωσε ψηλά τη φούστα της. Κι αποκάλυψε την Τζέσυ. Να βγαίνει ανάμεσα απ’ τα πόδια της. Ματωμένη. Σαν νεογέννητο μωρό!

Ένα «ωωω!» σαν στεναγμός ξέφυγε απ’ τα χείλη των αντρών κι αμέσως ο τσιγγάνος πέταξε το ακορντεόν και, παραμερίζοντας τους άλλους, έσκυψε και ανέσυρε τη μικρή Τζέσυ. Ύστερα την ξάπλωσε μαλακά πάνω στη μπάρα. Έβρεξε το πουκάμισό του σε πιλς και της σκούπισε τα αίματα. Κι όταν την είχε πια καθαρίσει, την πήρε και την απώθεσε μαλακά στην αγκαλιά της Μαρίας, που εξουθενωμένη είχε σωριαστεί σε μια καρέκλα. Οι Ρώσοι, οι Τούρκοι, οι Πακιστανοί, οι Αιθίοπες γύρω της γονάτισαν τη στιγμή που η Μαρία φιλούσε την Τζέσυ στα χείλη απαλά, όπως φιλάμε ένα μωρό. Κι εκείνη έγειρε μ’ ένα στεναγμό το κεφάλι της στο πλούσιο γυμνωμένο στήθος της Μαρίας. «Γκράτσιε Μαντόνα» ψιθύρισε εκείνη κι έκανε τον σταυρό της.

Μαζί της σταυροκοπήθηκαν όσοι ήταν Χριστιανοί. Κι αμέσως μετά σταυροκοπήθηκαν κι όσοι ήταν Μουσουλμάνοι. Κι έμειναν όλοι να γλεντούν ως το πρωί μέσα στην μικρή πιλστούμπε στην πάροδο Κάιζερ στράσσε. Όπου δεν είχαν πατήσει ποτέ το πόδι τους Γερμανοί ή τέλος πάντων αξιοπρεπείς ξένοι κι η Μαντόνα είχε καταδεχτεί να κάνει εκεί -αν είναι ποτέ δυνατόν- το θαύμα της!

13 comments:

Anonymous said...

Μου άρεσε πολύ αγαπητή μου Λεία. καλή δημιουργική χρονιά και πάλι.
Δημήτρης Μαμαλούκας

Λεία Βιτάλη said...

mamaloukas
Δημήτρη μου, έσκισες με το διήγημά σου. Αφοπλιστικά ζωντανό και άμεσο.

reader's-diggest said...

Κατ' αρχήν καλή χρονιά...Δεύτερον ας μου επιτραπεί να συμφωνήσω και με τους δύο σας. Για το διήγημα του κ.Μαμαλούκα τα έγραψα ήδη στο μπλογκ του και το δικό σου όμως ήταν εξαιρειτκό. Μας μετέφερες σε μια άλλη Γερμανία, αυτή που δύσκολα μπορεί να βρει ο ανυποψίαστος τουρίστας ή περιπατητής. Φοβερές οι περιγραφές των λούμπεν τύπων που διάλεξες και μπορεί από τα φουστάνια της ηρωίδας σου να ξεπήδησε ένα θαύμα αλλά το τέλος που διάλεξες θύμιζε λίγο η πολύ δελφική αμφισημία.
Readers-Diggest ή άνεργος αναγνώστης-blogger (αφού βάλατε τα διηγήματα στα blog σας τι θα γράψω εγώ στο δικό μου;)...

ange-ta said...

Καλημέρα Λεία μου,
Τελείωσα και τα δύο βιβλία σου, δηλαδή το Παραμύθι του μεγάλου φόβου και την ιερή παγίδα.
Και τα δύο μου άφησαν μία γεύση πρωτόγνωρη για την ιστορία μας.
Παρότι, γνώριζα λίγο πολύ το ρόλο του κλήρου τόσο στην ελληνική ιστορία, όσο και γενικότερα στη κουλτούρα της εσπερίας, στα βιβλία σου αυτός ο ρόλος αναδεικνύεται εκπληκτικά ξεκάθαρα. Περί της ελληνικής επανάστασης διάβασα και στο βιβλίο του Διαμαντούρου, όπου για πρώτη φορά αντιλήφθηκα, ότι οι έλληνες πρώτα έκαναν επανάσταση και μετά απέκτησαν εθνική συνείδηση.
Στο δικά σου διαφαίνεται, ότι η εθνική συνείδηση ξυπνάει στη δύση μετά την άλωση της πόλης.
Ανεξάρτητα πάντως από το γνωστικό αντικείμενο, που είναι πολύ πλούσιο τα βιβλία σου τα βρήκα έξοχα. Μου άρεσε αυτή η μαγεία που απλώνεται και σε διαπερνά σε όλη την διάρκεια της ανάγνωσης.
Περιμένω με ανυπομονησία το επόμενο.
ηλακ αινορχ

ange-ta said...

Ωχ, παρέλειψα,
άλλο ένα υπέροχο μαγικό διηγηματάκι! Αυτό στην Kaiserstrasse

Λεία Βιτάλη said...

reader diggest
Καλή χρονιά αναγνώστη. Ευχαριστώ για την καλή σου διάθεση απέναντι στην Κάιζερ Στράσσε. Δεν είσαι ένας άνεργος αναγνώστης αλλά ένας "περιπλανώμενος" αφού μας τα λες στα δικά μας μπλογκ εμένα και του Δημήτρη. Σορυ που στο χαλάσαμε. Αλλά μετά από την εκτέλεση του Σαντάμ, χωρίς να σημαίνει ότι τον ίδιον τον θεωρούσα ποτέ άγιο, ένιωσα ότι αυτές οι διαφορές που χωρίζουν τον κόσμο είναι τόσο ελάχιστες στην πραγματικότητα αλλά αυξάνονται από τους επιτήδειους, που ήθελα κάτι να κάνω γι' αυτό. Μια μηδαμινή συνεισφορά στην ειρήνη μεταξύ μας. That's all. Η μικρή μου Τζέσυ δεν θα ήθελα να θυσιαστεί άδικα.

Λεία Βιτάλη said...

ange-ta
Kαλή χρονιά καλή μου. Σ' ευχαριστώ για την υπομονή σου να διαβάσεις δυο δικά μου βιβλία το ένα μετά το άλλο. Όλη αυτή η ιστορία μου πήρε πάνω από 10 χρόνια. Αλλά όλους αυτούς τους ήρωες τους αγάπησα είναι η αλήθεια πολύ. Πρώτα μάγεψαν εμένα. Χαίρομαι που τα ευχαριστήθηκες και σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Δεν διαφωνώ με τον Διαμαντούρο. Εκείνος μιλάει για την εθνική συνείδηση του λαού, εγώ αναφέρομαι στον σπόρο που έπεσε στη δύση.
ΑΙΛΙΦ

maro_k said...

Καλημέρα καιο καλή χρονιά.
Αψογο.
Μια εξαιρετική ύβρις για έναν κόσμο που απεχθάνεται το διαφορετικό και ξορκίζει το ασυνήθιστο.
Σ' ευχαριστώ.

ange-ta said...

Δεν υπάρχει καμμία αντίφαση μεταξύ των μυθιστορημάτων σου και του ιστορικού Διαμαντούρου. Αντίθετα, η άποψη του επιβεβαιώνεται στα βιβλία σου. Τότε, δηλαδή μετά την άλωση έπεσε ο σπόρος και το 1800 μαζί με την Γαλλική Επανάσταση άρχησε να δίνει καρπούς. Ευτυχώς, γιατί δεν θα ήθελα καθόλου μα καθόλου να κυκλοφορώ με αυτό τα ελεεινό τσεμπέρι της κας Ερντογάν, που κάθε φορά που το βλέπω ανακατέυομαι.
πάλι πολλά φιλιά και εγώ να σ ευχαριστήσω για αυτά που έμαθα από τα ωραία βιβλία σου!

Λεία Βιτάλη said...

maro K.
Eυχαριστώ πολύ και καλωσόρισες. Σου εύχομαι επίσης καλή χρονιά. Υγεία και αγάπη.

Jo-Anna said...

αφοπλιστικα δυνατο



Ιωαννα

o kairos said...

Το συγκλονιστικο ειναι ,οτι το εχω ζησει.Στην Τρουμπα.

Λεία Βιτάλη said...

Kairos
Η αλήθεια, η μοναξιά, η απόγνωση, η συντροφικότητα των ξένων δεν έχει πατρίδα. Συμβαίνει παντού. Και ευτυχώς συμβαίνει.