Το γραψιμο ειναι η καλυτερη μορφη επικοινωνιας μετα τον ερωτα

σκεψεις, συνεντευξεις και κειμενα
Showing posts with label Διηγήματα. Show all posts
Showing posts with label Διηγήματα. Show all posts

Monday, January 14, 2008

ΕΝΑ BLOG ΜΝΕΣΑ ΣΤΟ BLOG

www.KivotosNoe.blogspot.com



ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΜΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Γεια! Το όνομά μου είναι Εlisealveda Noe. Αυτό το blog είναι του Θεού. Δημιουργήθηκε για να καταγράφουμε όσα συμβαίνουν κατά την παραμονή μας στην Κιβωτό μαζί με τα 50.000 ζώα και τουλάχιστον 1.000.000 έντομα που φιλοξενούμε. Κατ’ εντολή του Θεού θα ζήσουμε μαζί 6 μήνες, μέχρις ότου σταματήσει ο κατακλυσμός και βγούμε πάλι έξω στον κόσμο. Που λέει ο λόγος κόσμο, αφού δεν θα υπάρχει εκεί έξω κανείς. Ο Θεός θα τον καταστρέψει για τις αμαρτίες του, είπε. Εδώ και σαράντα χρόνια μας είχε προειδοποιήσει αλλά... Σόδομα και Γόμορρα! Έτσι διάλεξε εμάς για να φέρουμε εις πέρας το έργο της σωτηρίας του κόσμου, διότι θα ήταν, λέει, μεγάλος μπελάς να τον καταστρέψει ολοσχερώς και μετά να τον ξαναφτιάξει από την αρχή. Μόνο τα έντομα να σκεφτείς σε πιάνει τεταρταίος. Τώρα το συνειδητοποίησα με όλα αυτά εδώ μέσα να βουίζουν τρελαμένα. Είπα στον άντρα μου να πετάξουμε μερικά, όμως χωρίς την έγκριση του Θεού γίνεται; Τα θέλει όλα. Αλλά έξι μήνες είναι, θα περάσουν, ελπίζω, χωρίς απρόοπτα.

Ψάρια, ευτυχώς, δεν έχουμε διότι αυτά δεν παθαίνουν τίποτα στη βροχή. Βέβαια δεν μπορώ να φανταστώ τι αμαρτίες μπορεί να κάνει ένα ψάρι. Που οι καρχαρίες τρώνε ανθρώπους; Αυτό όμως θεωρείται αμαρτία άμα πεινάς; Πάντως αν θέλει μπορεί να τα καταστρέψει μετά ρουφώντας τη θάλασσα.

Στο blog θα έχω ανοικτά τα σχόλια, αν κάποιος θέλει να επικοινωνεί μαζί μας, αλλά φαντάζομαι θα έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν τις τελευταίες στιγμές της ζωής τους.

Καλή αρχή.

(Αναρτήθηκε από τη blogger Νoe στις 10 Σεπτεμβρίου).

ΣΧΟΛΙΑ

Ανώνυμος είπε: «Noe καλώς όρισες. Πού βρίσκεσαι τώρα;»

Noe είπε: «Ακόμη στο έδαφος, φίλε. Μόλις άρχισε να ψιχαλίζει. Ο άντρας μου με τις κόρες μας ετοιμάζουν τις μερίδες για τα ζωντανά κι εγώ με τους γαμπρούς μας θα τα ταϊσουμε. Ελπίζω να τελειώσουμε μέχρι το πρωί.»

Ανώνυμος είπε: «Με παίρνετε μαζί σας; Μπορώ να σας βάλω μουσική στο blog και βιντεάκια για να παίρνετε διαφημίσεις.»

Noe είπε: «Μη εισενέγκεις ημάς εις πειρασμόν, διάβολε. Καληνύχτα.»

Ανώνυμος είπε: «Οκέυ. Σου λέει τίποτα ότι είμαι πολύ νέος για να πεθάνω;»

ΔΑΓΚΩΜΑ ΦΙΔΙΟΥ

Ήθελα να γράφω συχνότερα αλλά εδώ μέσα γίνεται της τρελής. Βρέχει καρεκλοπόδαρα. Έχουμε σηκωθεί από το έδαφος και πλέουμε προς την Αφρική, λέει ο άντρας μου. Εδώ μέσα όλα είναι under control εφόσον τα ζώα έχουν ταϊστεί. Ξεραίνονται στον ύπνο και μπορούμε να κάνουμε τις δουλειές μας. Μαγείρεμα, καθάρισμα. Μη φανταστείτε τίποτ’ άλλο και κολαστείτε άδικα. Ο άντρας μου λέει εδώ δεν ξέρουμε αν θα μας φτάσουν οι σακούλες σκουπιδιών. Δίκιο έχει, τα περιττώματα κοντεύουν να μας πνίξουν. Εμείς όμως σαν ζευγάρι θέλουμε, δεν θέλουμε τις ιδιαίτερες στιγμές μας; Είχαμε και τον πρώτο μας θάνατο. Μια αρκουδίνα τη δάγκωσε φίδι. Βλέπετε, είμαστε ο ένας πάνω στον άλλον. Ο Noe είπε τις νύχτες να κρατάμε βάρδιες μη μας δαγκώσουν κι εμάς. Ο Θεός δεν μας είχε προετοιμάσει για τέτοια. Ας βάλει τώρα το χεράκι Του. Το πρόβλημα με το πτώμα της αρκούδας είναι ότι δεν μπορούμε να το πετάξουμε έξω γιατί, άμα ανοίξουμε, θα πλημμυρίσουμε. Ο Noe λέει να το τεμαχίσουμε και να το μαγειρέψουμε για τα άλλα ζώα γιατί σε λίγο θα τελειώσουν οι eπρομήθειες έτσι που τρώνε. Τώρα αυτό θα είναι αμαρτία; Αν με λαμβάνει ο Θεός ας μου απαντήσει. Κατά τα άλλα everything under control.

(Αναρτήθηκε από τη blogger Noe στις 25 Νοεμβρίου).

ΣΧΟΛΙΑ

Ανώνυμος είπε: «Πλησιάζετε το βράχο του Γιβραλτάρ, σας βλέπω. Όλοι εδώ έξω έχουμε τρομερή αγωνία. Αγοράζουμε τρόφιμα και κάνουμε σεξ ασταμάτητα. Μερικοί πεθαίνουν πάνω στους οργασμούς. Παρακαλώ βοηθείστε με. Πάρτε με μαζί σας.»

Noe είπε: «Συνεχίζετε να υπηρετείτε τον Σατανά και ζητάτε βοήθεια;»

Ανώνυμος είπε: «Ουκ επ’ άρτο μόνο ζήσετε –όσο ζήσετε- άνθρωπος, καλή μου.»

ΓΑΛΟΠΟΥΛΑ ΨΗΤΗ

Ούτε ξέρω πώς περνάει ο καιρός. Όλα εξακολουθούν να είναι under control εκτός από μια τρομακτική δυσοσμία που έχει ποτίσει την κιβωτό, τα ρούχα μας, τα σώματά μας. Δεν ξεχωρίζω τη μυρωδιά των ανθρώπων από των ζώων. Τέτοια αποκτήνωση. Σήμερα -25 Δεκεμβρίου- είχα μια ασυγκράτητη επιθυμία για γαλοπούλα ψητή, δεν ξέρω γιατί. Έτσι έσφαξα μία κρυφά. Στον Noe είπα ότι τα κακάρωσε μόνη της, μέσα σε τόσα πτώματα που σκουντουφλάμε πάνω τους, ακόμη ένα. Τώρα άμα θέλεις τόσο πολύ κάτι και δεν κρατιέσαι, είναι αμαρτία; Πάντως τη φάγαμε και την καταφχαριστηθήκαμε, Θεέ μου συγχώρα με. Και ούτε φωνή ούτε ακρόαση από τον Ύψιστο. Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Οι αμαρτίες εξακολουθούν να είναι οι ίδιες εδώ μέσα όπως ήταν στον έξω κόσμο; Ο Noe δεν θέλει ν’ ακούει τίποτα πια. Αφού ούτε μια ματιά δεν μου ρίχνει. Που ο παλιός Noe που με κυνηγούσε όλη μέρα και τα βράδια, αχ, εκείνα τα βράδια… Πάω τώρα γιατί έχω ετοιμόγεννη μια κατσίκα, η ρουφιάνα σαν κότα του καθότανε του τράγου και μπροστά στα μάτια μου.

(Αναρτήθηκε από τη blogger Noe στις 25 Δεκεμβρίου).

ΣΧΟΛΙΑ

Ανώνυμος είπε: «Για κάποιο λόγο μου εξάπτεις τη φαντασία. Αχ, και να ‘μουνα μαζί σου τις νύχτες.»

Noe είπε: «Πίσω μου σ’ έχω σατανά! Κι έχω ανάψει. Πλέουμε στο Λυβικό και κάνει μια ζέστη!»

Ανώνυμος είπε: «Τι φοράς; Εγώ ένα ολόσωμο κολλητό κατάμαυρο γυαλιστερό δέρμα.»

ΠΑΝΖΟΥΡΛΙΣΜΟΣ

Θεέ μου, αν με λαμβάνεις, βάλε το χεράκι Σου. Εδώ μέσα θα τρελαθούμε. Τα τρόφιμα έχουν τελειώσει, το μόνο που έχει μείνει είναι τραχανάς και ο Noe είναι αλλεργικός στα σιτηρά. Ευτυχώς οι κότες ακόμη γεννάνε και τρώμε κανά αυγό. Με τα ζώα δεν υπάρχει πρόβλημα. Τρώνε το ένα το άλλο. Έτσι αραιώνουμε και λιγάκι. Ο Noe, χρυσοχέρης άνθρωπος, έφτιαξε ένα πατέντο να παίρνει νερό από τη στέγη κι έτσι δεν κινδυνεύουμε από λειψυδρία τουλάχιστον. Σκέφτηκα να κάνω ένα ντουσάκι αλλά δε βαριέσαι. Για ποιον να το κάνω; Μη με κολάσει κιόλας. Όπου και να γυρίσω, βλέπω τα ζώα να ζευγαρώνουν. Είναι η εποχή τους. Αφού να σκεφτείς χτες βράδυ μια μαϊμού κυνηγούσε τον Noe ή ο Noe την κυνηγούσε; Θεός φυλάξει. Κατά τα άλλα everything under control.

(Αναρτήθηκε από τη blogger Noe στις 31 Ιανουαρίου).

ΣΧΟΛΙΑ

Ανώνυμος είπε: «Ζηλεύεις τη μαϊμού, κούκλα; Άνοιξέ μου να μπω.»

Noe είπε: «Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον, διαόλου κάλτσα.»

Ανώνυμος είπε: «Λένε ότι έχω τα πιο υπέροχα μενεξελιά μάτια στον μάταιο τούτο κόσμο. Τι λες;»

ΜΥΣΤΗΡΙΟ

Δεν ήθελα να το γράψω αυτό αλλά είναι ντοκουμέντο. Χτες βράδυ καταμέτρησα τα εναπομείναντα ζωντανά. Για τα έντομα ούτε λόγος. Ας το κάνει ο Noe, που χαμουρεύεται με τις μαϊμούδες και κολάζεται. Δεν ξέρω τι κόσμο θα φτιάξουμε εκ νέου με τέτοια τερτίπια. Λοιπόν ανακάλυψα ένα καινούριο ζώο. Υβριδικό! Μαύρο, κατάμαυρο με γυαλιστερό δέρμα. Αιλουροειδές. Με μακριά ουρά υψωμένη. Με μυτερά αυτάκια, σαν τα κερατάκια του διαβόλου. Και με υπέροχα μενεξελιά μάτια, τα πιο ωραία που έχω δει. Δεν καταλαβαίνω πώς τρύπωσε εδώ μέσα και πότε. Πάντως δεν ήταν απ’ την αρχή. Πρέπει ν’ ανησυχώ ότι έβαλε ο διάβολος το ποδάρι του;

ΣΧΟΛΙΑ

Ανώνυμος είπε: «Συγχώρα με, δεν θα σου σχολιάσω σήμερα.»

Noe είπε: «Κρίμα. Το είχα τόση ανάγκη».

Ανώνυμος είπε: «Έχω κάτι καλύτερο. Χε χε χε».

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΌΣΜΟΥ!

Τα χέρια μου τρέμουν αλλά θα προσπαθήσω να καταγράψω όσα συνέβησαν τις τελευταίες ημέρες. Η βροχή σταματάει σιγά σιγά. Βλέπω μάλιστα στον ορίζοντα το ουράνιο τόξο. Είμαι σταματημένη πάνω σ’ ένα βουνό. Ο χάρτης λέει ότι ονομάζεται Αραράτ. Και φοβάμαι. Εδώ μέσα δεν υπάρχει πια κανείς ζωντανός. Έχασα τα παιδιά μου από πείνα. Αρνήθηκαν να φάνε πτώματα γιατί είναι, λέει, αμαρτία. Τον άντρα μου, τον χρυσό αυτόν άνθρωπο, τον καταβρόχθισαν οι μαϊμούδες του. Τώρα δεν έχω πια κανέναν. Κοιμάμαι πάνω στα πτώματα. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Κανονικά έπρεπε να είχα πεθάνει κι εγώ. Το ζήτησα επανειλημμένα και πήρα απάντηση τη σιωπή Του! Μέχρι που πίστεψα ότι ποτέ στ’ αλήθεια δεν μας είχε ζητήσει να σώσουμε τον κόσμο και ότι ήταν μόνο στο κεφάλι του Noe. Η αμφιβολία κόντεψε να με τρελάνει. Στο τσακ ήμουν. Αλλά… Αλλά μπήκε ξαφνικά στη ζωή μου εκείνος. Δηλαδή το αιλουροειδές! Εκείνη τη μοιραία νύχτα που τον ανακάλυψα με κράτησε τόσο τρυφερά στην αγκαλιά του, να, ακόμη ανατριχιάζω. Μου είπε λόγια αγάπης ξεχασμένα. Με χάιδεψε απαλά. Έκλαψα στον ώμο του κι έγλειφε τα δάκριά μου. Και μετά… Και μετά… Ω, μετά… Θεέ μου, συγχώρεσε την αμαρτωλή δούλη Σου. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ σε μια τόσο μεγάλη και –πώς να το πω;- υπέροχη αμαρτία. Ήταν κάτι πιο δυνατό από μένα. Κι όταν είναι κάτι πιο δυνατό από σένα, πιάνεται σαν αμαρτία;

Η βροχή τώρα έχει σταματήσει εντελώς. Σε λίγο θα βγούμε έξω. Είμαστε μόνο οι δυο μας. Εγώ και το αιλουροειδές! Και θα ξαναφτιάξουμε τον κόσμο μαζί, λέει, απ’ την αρχή. Μόνο που ακόμα δεν μου έχει πει το όνοματάκι του. Κάποια στιγμή μια φρικτή υποψία μου πέρασε από το μυαλό αλλά ούτε θέλω να το σκέφτομαι. Ω, Θεέ μου, δεν ξέρω αν τα είχες έτσι σχεδιάσει. Ή κάπου χάθηκε το control; Αλλά εγώ –ντρέπομαι που το λέω- νιώθω τόσο, μα τόσο ευτυχισμένη. Είναι αμαρτία αυτό;

(Αναρτήθηκε από τη blogger Noe την 1 Απριλίου).

ΟΥΔΕΝ ΣΧΟΛΙΟ

(Η εικονογράφιση του Αύγουστου Βιτάλη Γκέσκερ, 11 ετών)

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ της Πρωτοχρονιάς 2008)

Tuesday, October 02, 2007

Διηγημα 1.

Ευχαριστώ όλους τους καλούς φίλους για τις ευχές τους σχετικά με την παρουσίαση στο Παρίσι. Δημοσιεύω εδώ το ΑΒΓΟ από τη συλλογή ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΜΗΤΕΡΕΣ που ενέπνευσε και το μετέφρασαν στα γαλλικά. Θα το διαβάσετε σε 2 συνέχειες.

Της είχαν πει πως έπρεπε να την ταΐζει ένα αβγό κάθε μέρα. Είχε έλλειψη, λέει, λευκώματος στα ογδόντα πέντε της και πρήζονταν τα δάχτυλά της, έτοιμα να σκάσουν έλεγες, να τρέξει το υγρό που ασφυκτιούσε μέσα τους, ολόλευκα και τσιτωμένα.

Της το έκανε μελάτο, ήταν πιο εύκολο να της το ταΐσει με το κουταλάκι, θαρρείς η μητέρα το περίμενε κάθε πρωί, τα μεγάλα, γαλακτερά απ’ το χρόνο, θαμπά σαν δακρυσμένα μάτια της, κοιτούσαν την κόρη γεμάτα λαχτάρα, όλος ο κόσμος της φώλιαζε σ’ αυτή τη μικρή μπουκιά του αβγού.

Δεν μπορούσε πια να περπατήσει, να φροντίσει εκείνη την υπέροχη αψεγάδιαστη ομορφιά της, αυτή που τον παλιό καιρό όλοι ποθούσαν ν’ αγγίξουν το απαλό λευκορόδινο κορμί της, τα χρυσοκόκκινα μαλλιά της, τ’ αλαβάστρινα περιποιημένα χέρια με το αστραφτερό μπλε ζαφείρι να κοσμεί τον παράμεσο του αριστερού της χεριού ακόμη και στο πλύσιμο των πιάτων. Δεν της το είχε βγάλει παρόλο που άλλοτε έχασκε κι άλλοτε την έσφιγγε όταν πρήζονταν τα δάχτυλα. Ήταν πάντα εκεί, το δικό της σημάδι.

Η κόρη πήρε με το κουταλάκι λίγο απ’ το νερουλό αβγό και το ‘βαλε στο ορθάνοιχτο σαν σπήλαιο στόμα της μητέρας, καθώς εκείνη εξακολουθούσε να την κοιτάζει με το βλέμμα της γεμάτο ολόχαρη προσμονή. Το κατάπιε μ’ ένα δυνατό θόρυβο λες και κατρακυλούσαν χίλιες πέτρες σ’ απόκρημνη πλαγιά κι αμέσως μετά άνοιξε πάλι το σπήλαιο-στόμα για την επόμενη κουταλιά. Ήταν μια διαδικασία που γινόταν κάθε πρωί εδώ και μερικούς μήνες, η μία απέναντι στην άλλη μπροστά στο τραπέζι της κουζίνας στρωμένο με το λινό καρό τραπεζομάντιλο, κινήσεις μηχανικές, χωρίς σκέψη, ίσως λίγο κουρασμένες, καμιά τους δεν ήταν νέα πια. Και τίποτα, μα εντελώς τίποτα δεν έμοιαζε να μπορεί να ταράξει αυτή την καθημερινή τους συναλλαγή, εκτός… Εκτός απ’ τη σημερινή μέρα. Σάββατο έξι Ιουνίου! Πού της ήρθε τώρα ν’ αρχίσει να ξεθάβει.

Σαν σήμερα η κόρη είχε γεννηθεί, γύρω στις δέκα το πρωί, της είχε πει η μητέρα, αλλά δεν θυμάται να είχε πέσει τα τελευταία χρόνια αυτή η ημερομηνία πάλι Σάββατο. Άλλωστε δεν γιόρταζε ποτέ. Η μητέρα δεν έκανε γιορτή τέτοια μέρα. Ήταν μια μέρα σχεδόν ανεπιθύμητη, θα μπορούσε να πει κανείς. Ούτε η ίδια καλά-καλά δεν τη θυμόταν, μόνον όταν έπεφτε τυχαία το μάτι της σ’ εκείνο το μικρό ημερολόγιο του τοίχου που το ανανέωνε κάθε χρόνο, έτσι από συνήθεια.

Και τότε έγινε κάτι ξαφνικά. Καθώς κοίταζε την ημερομηνία στο λευκό μικρό χαρτάκι. Για πρώτη φορά μέσα σ’ αυτούς τους μήνες το κουταλάκι με τη μπουκιά του αβγού γλίστρησε απ’ τα δάχτυλα της κόρης και ω! το κίτρινο υγρό λέρωσε το καθαρό τραπεζομάντιλο, καθώς οι σκέψεις πλημμύριζαν απρόσμενα το μυαλό της γυρίζοντάς την πίσω, στην άλλη άκρη του χρόνου, σ’ εκείνο το άλλο σπίτι με τα ψηλά στρογγυλά παράθυρα και τις λευκές γύψινες γιρλάντες στα ταβάνια. Και είδε! Το δικό της σημάδι.

Η μητέρα βυθίζει το κουτάλι στο μελάτο αβγό και το τείνει προς το στόμα της μικρούλας της κόρης. Είναι ένα μαγευτικό ανοιξιάτικο απόγευμα, μια ανάλαφρη αύρα γεμάτη αρώματα από γιασεμιά εισβάλλει ορμητικά απ’ τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα. Το κουτάλι αγγίζει τα χείλια της μικρής. Αλλά το στόμα μένει ερμητικά κλειστό. Η ευωδιά των γιασεμιών λιγώνει καθώς απλώνεται σ’ όλο το δωμάτιο. Η μητέρα πιέζει με το κουτάλι ν’ ανοίξει το πεισματάρικο στόμα. Όλο και πιο δυνατά, με πιο μεγάλη πίεση. Τα γιασεμιά ξαφνικά μοιάζει να χάνουν τη μαγική τους δύναμη κι η ευωδιά τους αρχίζει, άκου να δεις, να πονάει, σαν ένα μαχαίρι βυθίζεται στην καρδιά. Το κουτάλι θυμίζει τώρα έμβολο, που προσπαθεί ν’ ανοίξει την αναθεματισμένη θύρα που αντιστέκεται. Μα τι γίνεται; Δεν είναι δυνατόν πάλι να αποστρέφει το μουσούδι της η μικρή με τόση αηδία. Ο παιδίατρος είχε πει ένα αβγό κάθε δύο μέρες. Γιατί τόσο συχνά; Δεν ήξερε πώς θ’ άντεχε τέτοιο μαρτύριο. Και τα γιασεμιά να ποτίζουν τον χώρο με όλο και μεγαλύτερη ένταση μ’ αυτό το άρωμα-δηλητήριο. Της ερχόταν να το φάει η ίδια το αβγό με μια χαψιά να ξεμπερδεύει. Μύριζε τόση φρεσκάδα! Ο αβγουλάς της τα φυλούσε ολόφρεσκα στην έβγα, το πρωί την κοιτούσε σαν μαγεμένος, είχε δει ολοκάθαρα τη γλώσσα του να σαλιώνει τα χείλη του, ω! η γλώσσα του…

Είχε φορέσει πρωί-πρωί το ολόλευκο φουστάνι της με το μπλε σιρίτι –τόσο της μόδας τα ναυτικά- και τα μπλε παπούτσια, ψηλοτάκουνες γόβες, αν ήταν κάποιος άλλος θα το δεχόταν, αλλά ένας αβγουλάς!

Ξαναβούτηξε το κουτάλι στο αβγό, η πρώτη κουταλιά είχε χυθεί ολόκληρη στη σαλιάρα της μικρούλας κι εκείνη απόστρεφε το μουσούδι άλλη μια φορά. Δεν θα το άντεχε άλλο αυτό, στο μυαλό της μπερδευόταν το λάγνο βλέμμα του αβγουλά μαζί με το δηλητήριο των γιασεμιών κι έκανε το αβγό στο κουτάλι να ριγεί και το κορμί της έτοιμο να εκραγεί. Να γλιτώσει ήθελε, αυτό μονάχα.

Πασάλειψε τα χείλη του μωρού της με το αβγό κι ύστερα με πιο μεγάλη ένταση τη μικρή ανασηκωμένη μύτη του, κι ύστερα το στρογγυλό σαγόνι, και τα ροδαλά μάγουλα και το ψηλό, καμπυλωτό μέτωπο, αυτή τη φορά δεν θα ανεχόταν άλλα νάζια, άλλα κλάματα γοερά, άλλα πείσματα, άλλα τσίσα, σιχαινόταν! Τη ζωή της που πέρναγε. Που καθρεφτιζόταν στα λιμασμένα μάτια του αβγουλά, φα’ το! Για μια ακόμη φορά προσπαθεί να παραχώσει έστω λίγο, ελάχιστο απ’ το μεγάλο τρεμουλιαστό αβγό στο πεισματάρικο στόμα κι ένας ίλιγγος την ανακατεύει πάλι, όπως χθες, όπως προχθές, από τότε που κοιμάται σε χωριστά κρεβάτια με τον άντρα της, δεν την αγγίζει πια κανείς, τι να τον κάνει, μεθυσμένος κάθε νύχτα βρωμάει και ξερνάει όπου βρεθεί. Φα’ το! Το χέρι της αφήνει το κουτάλι να πέσει στο δάπεδο, το κίτρινο τρεμουλιαστό και πηχτό υγρό πιτσιλάει τη λευκή φούστα της, τα μεταξωτά μαξιλάρια του καναπέ, τις βελούδινες κουρτίνες. Το άλλο χέρι τινάζεται κρατώντας το παιδί, δεν θα το ανεχτεί άλλο, όχι άλλο, όχι σήμερα που φορά το ολόλευκο καινούριο της φουστάνι με το μπλε σιρίτι, όχι σήμερα που έχουν τρελαθεί τα γιασεμιά με τ’ αρώματά τους....

(Αύριο η συνέχεια και το τέλος).